Η ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

Δημοσιεύθηκε Πέμπτη, 23/08/2012 σε Νομικά θέματα

Σε πρόσφατη Εισήγησή του με θέμα: «Η Αρχή του Κράτους Δικαίου σε έκτακτες συνθήκες μέσα σε περιβάλλον Ευρωπαϊκής Ένωσης» στα πλαίσια συναφούς εκδήλωσης του ΔΣΑ, (12/03/2012), ο πρώην Πρωθυπουργός και νυν Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παναγιώτης Πικραμμένος, ερμηνεύει τις παραμέτρους της τρεχούσης οικονομικής κρίσης προβάλλοντας κατά τρόπο περιεκτικό και νομικά προσεγμένο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της. Κατ’ αυτόν, κύριο χαρακτηριστικό της κρίσης είναι η απότομη και έντονη εκδήλωση μιας βαθιάς απορρύθμισης. Επέρχεται δηλαδή βίαιη διακοπή της προηγούμενης κατάστασης και κυριαρχεί το αίσθημα της ασυνέχειας και της ανωμαλίας. Η κρίση μπορεί να περιγραφεί γενικότερα ως ανατροπή του μέχρι τότε ισχύοντος καθεστώτος και ως αναστολή της ισχύος των κανόνων που εξασφαλίζουν σε μια περίοδο ομαλότητας την αρμονία της καθημερινότητας. Οι κανονικότητες της κοινωνικής οργάνωσης υποχωρούν μπροστά σε μια επιτακτική ανάγκη, στην ύπαρξη ενός κινδύνου που απειλεί και εξαναγκάζει το Κράτος να αποκαταστήσει με κάθε κόστος την διαταραγμένη σταθερότητα. Στους στατικούς κανόνες της νομιμότητας, η δημόσια εξουσία αντιτάσσει την ενεργητική αποτελεσματικότητα των έκτακτων μέτρων. Κύριο αλλά και απαραίτητο στοιχείο της κρίσης είναι η σύγκρουση. Τη συνοδεύει απαραίτητα καθώς το γενικότερο συμφέρον επιβάλλει την εγκατάλειψη των συνήθων ρυθμίσεων και την προσβολή συγκεκριμένων επιμέρους συμφερόντων. Οι περιστάσεις απαιτούν την ανατροπή της νομιμότητας στο όνομα κάποιων αναγκών που κρίνονται σημαντικότερες. Η απαίτηση προκύπτει όμως από την πράξη όχι από το δίκαιο: δεν αποτελεί από μόνη της μια επιτρεπτική ρύθμιση. Εξαναγκάζει αλλά δεν εξουσιοδοτεί. Επιβάλλεται χωρίς κάποιο νομικό έρεισμα διότι εξ ορισμού, η ανάγκη συνεπάγεται την παραβίαση του μέχρι τότε τεθειμένου κανόνα. Είναι η πηγή μιας δράσης της εξουσίας, της οποίας η ορθότητα κρίνεται εκ των αποτελεσμάτων της, δηλαδή από το βαθμό αποκατάστασης της κανονικότητας. Η διαπίστωση της ανάγκης δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πραγματικό γεγονός που νομιμοποιεί ή μάλλον δικαιολογεί την παραβίαση του κανόνα δικαίου, χωρίς ωστόσο να εξηγεί πάντοτε τους λόγους για τους οποίους ο κανόνας αυτός επιβαλλόταν να παραμεριστεί. Οφείλει πάντως κανείς να παραδεχθεί, ότι οι έννοιες της «κατάστασης ανάγκης» και των «έκτακτων συνθηκών» είναι σύμφυτες με κάθε έννομη τάξη: εισάγονται σ’ όλους τους επιμέρους κλάδους του δικαίου σχεδόν αμέσως μόλις διαμορφωθεί ένα λειτουργικό σύστημα κανόνων. Η κρίση, η κατάσταση ανάγκης έχει πολλές νομικές εκφάνσεις: νόμιμη άμυνα στο ποινικό δίκαιο, ρήτρες διασφάλισης στο διεθνές δίκαιο, θεωρία των απρόβλεπτων συνθηκών στο δίκαιο των συμβάσεων. Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της κατάστασης ανάγκης προϋποθέτει ότι έχει προηγουμένως καθοριστεί το αγαθό ή το δικαίωμα που απειλείται από τις περιστάσεις μ’ έναν τρόπο τόσο επιτακτικό ώστε το δίκαιο, η συνήθης νομιμότητα δεν μπορεί να το προστατεύσει. Στο δίκαιο των συμβάσεων παραδείγματος χάριν, το υπέρτατο αγαθό είναι η διασφάλιση της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η οποία ανατρέπεται βίαια από την επέλευση απρόβλεπτων και εξαιρετικών γεγονότων και η οποία επιτρέπει και ενίοτε επιβάλλει την αλλαγή των όρων της συμβάσεως με κρατική παρέμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα από τη βούληση των μερών, (π.χ. ενοικιοστάσιο και συμβάσεις εργασίας). Η οικονομική κρίση νοείται ως μία αιφνίδια επιδείνωση όλων ή των περισσοτέρων οικονομικών δεικτών, (δείκτες επιτοκίου, τιμές μετοχών, ακινήτων και της εγγείου ιδιοκτησίας), σε συνδυασμό με την απώλεια της πίστης και συνεπώς και της δανειοληπτικής ικανότητας, τη μείωση στην παροχή χρήματος, την ύπαρξη φόβων χρεοκοπίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, την μετατροπή υλικών ή άυλων αξιών σε χρήμα κ.λπ. Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης είναι άμεσες και πολυεπίπεδες. Η επίδραση, ειδικώς των οικονομικών κρίσεων που οφείλονται στον υπερβολικό κρατικό δανεισμό και στην ανεπάρκεια των μακροοικονομικών επιδόσεων, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι καθολική και καταλυτική, δεδομένου του κυρίαρχου ρόλου του σύγχρονου κοινωνικού Κράτους σε όλους τους τομείς όχι μόνο της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά και της ανθρώπινης ζωής γενικότερα. Εμπειρικά, όμως, χωρίς νομικούς ή ακαδημαϊκούς ορισμούς και προσεγγίσεις του περιεχομένου της οικονομικής κρίσης, δεν μπορούμε παρά να ομολογήσουμε, εκ του αποτελέσματος βέβαια, την οικτρή αποτυχία του ελληνικού μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης του κράτους που συνέλαβαν, διαμόρφωσαν και εφάρμοσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Ήδη η χώρα έχει υπαχθεί στο μηχανισμό οικονομικής διάσωσης και ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ώστε να ελέγχεται ο οικονομικός εξορθολογισμός του κράτους και «επέκεινα» η ικανοποίηση των πιστωτών του, (σχήμα οξύμωρο αλλά πραγματικό). Υπό τέτοιες φορτικές συνθήκες οι εφαρμοστικοί νόμοι των Μνημονίων, (πρώτο, μεσοπρόθεσμο και δεύτερο), δια μέσου των οποίων επιβάλλονται σε βάρος των πολιτών δυσχερή και σε πολλές περιπτώσεις άδικα, δυσανάλογα για την περιουσιακή και κοινωνική τους κατάσταση μέτρα, δεν μπορούν να ελεγχθούν υπό το πρίσμα μιας προβλεπόμενης και αναμενόμενης κρατικής αντίδρασης στην κρίση, αλλά υπό το πρίσμα μιας επιβαλλόμενης έξωθεν μεθοδολογίας σκοπούσης, μέσα από την κατεργασμένη οικονομική δραστηριότητα, την εξασφάλιση της μεταφοράς των πόρων αυτής από τα κρατικά ταμεία στους πιστωτές μας. Είναι πλέον γεγονός ότι βίαια κατέρρευσε κάθε τι που είχε δομηθεί στην βάση της υπεραισιόδοξης βεβαιότητας για την θετική διατήρηση και εξέλιξη των οικονομικών προοπτικών, μέσα δε σε αυτά και οι υφιστάμενες συμβάσεις και οικονομική ισορροπία τους[1]. Κοινή είναι πλέον η διαπίστωση ότι από τότε που η χώρα μας πέρασε στην εποχή του Μνημονίου έχει επέλθει μία σοβαρή «εσωτερική υποτίμηση», η οποία μάλλον υπερβαίνει πλέον το 25% και ανάγεται προεχόντως στις δραστικές περικοπές που έγιναν την τελευταία διετία σε μισθούς και συντάξεις. Η υποτίμηση αυτή έχει αντίκτυπο ιδίως στις συμβάσεις που συνήφθησαν προ της εποχής του Μνημονίου, η δραματική δηλαδή μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος οδηγεί στην ανάγκη αναθεώρησης συμβατικών παροχών που συμφωνήθηκαν υπό διαφορετικά οικονομικά δεδομένα. Στο πλαίσιο κυρίως μισθωτικών συμβάσεων τα δικαστήρια ουσίας έχουν ήδη εκδώσει αποφάσεις που, εν όψει των νέων οικονομικών συνθηκών της τελευταίας διετίας, επιβάλλουν τη μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος μέχρι και κατά 25%, δυνάμει των ΑΚ 388 και 288[2]. Υπό το πρίσμα όμως όλων των ανωτέρω δύναται να λεχθεί ότι ναι μεν τα Δικαστήρια ουσίας κρίνουν ορθά κατ’ αποτέλεσμα, αξιολογώντας τις γενικότερες συνέπειες της οικονομικής κρίσεως που βιώνει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, σε συνάρτηση με την εμπορική κίνηση των καταστημάτων και των επιχειρήσεων και τη μείωση της πελατείας τους και των εσόδων τους, με την απαραίτητη βέβαια αναφορά και αξιολόγηση της αντανάκλασης της γενικευμένης αυτής κατάστασης και στη μισθωτική αξία των προσφερομένων προς μίσθωση καταστημάτων στην ίδια περιοχή προβαίνοντας κατ’ εφαρμογήν της ΑΚ 288 στη ανάλογη αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, βασιζόμενα στην κρίση ότι η διαφορά μεταξύ του μισθώματος, που συμφωνήθηκε, και αυτού που προκύπτει από την πραγματική αξία του μισθίου, υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε [ο μισθωτής] και η εμμονή [του εκμισθωτή] στην πληρωμή του μισθώματος, που προκύπτει από τη συμφωνία, αντιστρατεύεται την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, πλην όμως η αναφορά στην καταφανή υπέρβαση του βάσει της συμβάσεως αναληφθέντος κινδύνου θα μπορούσε κάλλιστα, εν προκειμένω, να δικαιολογήσει την εφαρμογή της ΑΚ 388, αφού η διαπίστωση μιας τέτοιας υπερβάσεως επιτρέπει κατ’ αρχήν την πλήρωση του όρου του απροβλέπτου, εφόσον όμως αποδεδειγμένα, (κατά περίπτωση[3]), κριθεί ότι η χρηματοπιστωτική κρίση δεν μπορούσε να προβλεφθεί από το θιγόμενο συμβαλλόμενο κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αποδίδεται δηλαδή, για την προβλεψιμότητα της μεταβολής των κρισίμων συνθηκών, ιδιαίτερη σημασία στο ανωτέρω χρονικό σημείο, με αποτέλεσμα, συμβάσεις πριν τον Οκτώβριο του 2009, (οπότε τέθηκε και το οικονομικό διακύβευμα των τότε εθνικών εκλογών), να εμπίπτουν στο πλαίσιο εφαρμογής της ΑΚ 388, ενώ συμβάσεις που συνήφθησαν μετά το έτος αυτό να αποκλείονται από αυτό, επειδή η δυνατότητα πρόβλεψης της αποσταθεροποίησης των οικονομικών δεδομένων ήταν σαφώς ευχερέστερη και κάθε μέσος κοινωνός μπορούσε να προβλέψει την έκταση και τις συνέπειες της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσεως, όπως αυτές ιδίως εκδηλώθηκαν ένα έτος αργότερα, (οπότε και οι υποθέσεις αυτές θα εξεταστούν υπό το πρίσμα της ΑΚ 288). Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται επί αναπροσαρμογής του μισθώματος στην εμπορική μίσθωση, (άρθρο 7 παρ. 4, του Π.Δ/τος 34/1995), οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει, ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι: α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, β) η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη ενόψει και της αντιπαροχής να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής, (ΑΠ 893/2010, ΑΠ 1464/2009 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εφόσον δεν συντρέχει, από τις, ως άνω, προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή, η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής αυτού, και δη όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, (ΟλΑΠ 9/1997 ΕλλΔνη 38.767). Κατά συνέπεια, για το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής του μισθώματος με βάση το άρθρο 388 του ΑΚ, πρέπει να αναφέρονται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες στήριξαν οι συμβαλλόμενοι τη σύναψη της σύμβασης μισθώσεως, από λόγους απρόβλεπτους, ώστε η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία λαμβάνεται πάντοτε υπόψη και συνεκτιμάται, (ΕφΠειρ 48/2010 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Τέτοια δε περιστατικά είναι εκείνα τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ. Έτσι τυχαία γεγονότα, που όμως συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση της αξίας του ακίνητου από την υποτίμηση του νομίσματος και την παρεπόμενη αύξηση του κόστους ζωής, η αύξηση της αξίας του ακινήτου η οποία οφείλεται στην αύξηση της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, ούτε έκτακτα, ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηρισθούν, (ΑΠ 1171/2004 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εφαρμογή δηλαδή της ερμηνευόμενης διάταξης προϋποθέτει ότι τα μέρη, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, έλαβαν υπόψη τους περιστατικά, στα οποία θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης και απέβλεψαν σε αυτά, τα οποία αποτέλεσαν το βάθρο της σύμβασης, στη συνέχεια όμως απαιτείται τα όσα περιστατικά θεμελίωσαν την απόφαση των συμβαλλομένων περί κατάρτισης της σύμβασης, να μεταβλήθηκαν, σε χρόνο μεταγενέστερο, τα δε γεγονότα, τα οποία προκάλεσαν τη μεταβολή, να έχουν χαρακτήρα έκτακτο και να μην μπορούσαν να προβλεφθούν, πράγμα που συμβαίνει όταν τα παρεμβαλλόμενα περιστατικά, που εισχώρησαν στη σύμβαση, δεν ήταν δυνατό να διαγνωσθούν υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες. Όχι, όμως, οποιαδήποτε μεταβολή επιδρά στην κατάληξη ή και στην αναπροσαρμογή της σύμβασης, αλλά μόνον εκείνη που έχει ως συνέπεια η παροχή του οφειλέτη να θεωρείται υπέρμετρα επαχθής. Αυτό συμβαίνει όταν ο οφειλέτης, συνεπεία εκτάκτων γεγονότων, βρίσκεται σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση, ώστε αυτός μεν εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί (ΕφΘεσ 2678/2006 Αρμ. 2007.1168). Το υπέρμετρο της επάχθειας συνιστά το αφετήριο στάδιο κρίσης εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ και το δικαστήριο θα επέμβει με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια, αναπλάθοντας το περιεχόμενο της σύμβασης και αναπροσαρμόζοντας την παροχή έναντι της αντιπαροχής, (ΑΠ 1382/1992 ΝοΒ 44.513, ΕφΑθ 6972/2001 ΕΔΠολ 2003.304). Προς επίρρωση των ανωτέρω αναφέρομαι στην δικαιοπολιτικά ορθή υπ’ αρίθμ. 49/2011 Απόφαση του ΜΠρΒόλου που υιοθετεί και διαλαμβάνει τα ανωτέρω και η οποία κρίνοντας υπό το πρίσμα της ΑΚ 388 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «οι συνθήκες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης που επικαλείται ο ενάγων (μείωση αποδοχών μισθωτών, προσφυγή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης της ΕΕ, κλείσιμο επιχειρήσεων, κ.λπ.), αποτελούν γεγονός απρόβλεπτο ως μη δυνάμενο να προβλεφθεί κατά τη συνήθη πορεία των συναλλαγών. Επίσης κρίθηκε ότι οι σημερινές συνθήκες ρευστότητας της εσωτερικής και διεθνούς οικονομίας είναι τόσο ουσιώδεις, έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση, ώστε η μεν ενάγουσα εκτελώντας τη σύμβαση να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απροόπτως, το δε εναγόμενο να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία της ενάγουσας, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. Κρίθηκε ότι το μίσθωμα των δύο επίδικων ακινήτων πρέπει να αναπροσαρμοστεί και να μειωθεί κατά συγκεκριμένο ποσοστό, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών». Η ως άνω Απόφαση εναρμονίζεται και με τη λογική ενότητα του Αστικού Κώδικα[4], κυρίως όμως φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη μιας ορθής επιλογής και εξειδίκευσης των κριτηρίων για τον υπολογισμό του κρισίμου μεγέθους ανατροπής της συμβατικής ισορροπίας.

Γ. Σφυρής


[1] βλ. Λιάππη, Η οικονομική κρίση και το δίκαιο των συμβάσεων, ΔΕΕ 2011, 11 επ.; Καραμπατζό, Απρόβλεπτη Μεταβολή των Συνθηκών στην Αμφοτεροβαρή Σύμβαση, 2006; του ιδίου, σχόλια στην υπ’ αρίθμ. 34/2011 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ΝοΒ 2011, σελ. 2314 επ..  

[2] Βλ. Καραμπατζό, σχόλια στην υπ’ αρίθμ. 34/2011 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ΝοΒ 2011, σελ. 2314 επ. και τις επικαλούμενες από αυτόν – μεταξύ άλλων – ΜΠρΒόλ 49/2011 αδημ. (μείωση του μισθώματος κατά 20%, δυνάμει της ΑΚ 388);ΜΠρΑΘ 2192/2010 ΤΝΠ Νόμος (μείωση του μισθώματος κατά 9,5%, δυνάμει της ΑΚ 288); ΜΠρΑΘ 2963/2009 ΕφΑΔ 2010, 691 (μείωση του μισθώματος κατά 25%, δυνάμει της ΑΚ 288).

 [3] βλ. ΜΠρΑΘ 1658/2010 ΤΝΠ Νόμος (άρνηση μειώσεως του μισθώματος, κυρίως επειδή κρίθηκε ότι η γενικότερη οικονομική κρίση του 2009 δεν επηρέαζε το ειδικό αντικείμενο εμπορίας της ενάγουσας).

 [4] Η εμπέδωση των υπό διαπραγμάτευση θεμάτων επιβάλει την εξάντληση της επισκόπησης των ως άνω πηγών, (βλ. Λιάππη, Η οικονομική κρίση και το δίκαιο των συμβάσεων, ΔΕΕ 2011, 11 επ.; Καραμπατζό, Απρόβλεπτη Μεταβολή των Συνθηκών στην Αμφοτεροβαρή Σύμβαση, 2006; του ιδίου, σχόλια στην υπ’ αρίθμ. 34/2011 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ΝοΒ 2011, σελ. 2314 επ.) και των πηγών που οι τελευταίες παραπέμπουν, ώστε να έχει ο αναγνώστης μία πλήρη ενημέρωση και νομικό προσανατολισμό για την επίλυση αυτών.

Εκτύπωση Αποστολή με email

Σχολιαστε το αρθρο

Στην περίπτωση που κάποιο σχόλιο περιέχει υβριστικές ή προσβλητικές εκφράσεις, οι υπεύθυνοι της ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα να το καταργήσουν μερικώς ή πλήρως. Προς αποφυγή κακόβουλων μηνυμάτων (spam), τα μηνύματα που περιέχουν συνδέσμους προς άλλες ιστοσελίδες θα παραμένουν αφανή.