«Κανενας δεν μπορει να διωχθει η καταδικασθει ποινικα απο τα δικαστηρια του ιδιου Κρατους, για μια παραβαση για την οποια ηδη αθωωθη­κε η καταδικασθηκε με αμετακλητη αποφαση συμφωνα με το νομο και την ποινικη δικονομια του Κρατους αυτου»

Δημοσιεύθηκε Παρασκευή, 28/11/2014 σε Νομικά θέματα

 

Δημοσιεύθηκε πρόσφατα από το νομικό τύπο μία άκρως ενδιαφέρουσα απόφαση επί υποθέσεως που χειρίστηκε το γραφείο μας και αφορά στα ζητήματα κατηγορίας και δίωξης για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμ. 101.157/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, (Πρόεδρος Ε. Στασινόπουλος, Εισαγγελέας Ι. Τριανταφυλλόπουλος), κρίθηκε ότι κατηγορούμενος για μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, που προέρχονται από την ίδια καταλογιστική πράξη, δεν μπορεί να διωχθεί εκ νέου για την πράξη αυτή, όταν έχει κριθεί αμετακλήτως ότι δεν τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας και για το λόγο αυτό κηρύσσεται αθώος.

Συγκεκριμένα, το δικαστήριο συμπεριέλαβε στο δικανικό συλλογισμό του τις κάτωθι σημαντικές κρίσεις και επισημάνσεις, που δεδομένης της συνθέσεώς του, (Μονομελές), αποκαλύπτουν έναν υψηλού επιπέδου νομικό πολιτισμό που αναπόφευκτα μας οδηγεί στην επισήμανση ότι όταν και όποτε η δικαιοδοτική αρχή λειτουργεί απερίσπαστη και από δικαστές πιστοποιημένης νομικής επάρκειας απονέμεται «πραγματική» δικαιοσύνη.

Λόγω όμως της σημαντικότητας των κρίσεων – σκέψεων του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης, παρατίθενται αυτές αυτούσιες, χωρίς σχολιασμό και παρεμβάσεις. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται να αναδειχθεί ότι υπάρχουν δικαστές αντάξιοι των μεγάλων δικαστών του παρελθόντος, που παρεμβάλουν το νομικό τους ανάστημα και αποκαθιστούν την τάξη, όταν και όπου αυτή διασαλεύεται από μη δίκαιες διώξεις των πολιτών.

Στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, (ΕΣΔΑ, ΝΔ 53/1974, ΦΕΚ Α’ 256), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν 1705/1987 (ΦΕΚ Α’ 89) και, όπως ορίζε­ται στο άρθρο αυτό (πρώτο), έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντ., δηλαδή αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, (βλ. και ΑΠ Ολ 5/2009, Ολ 25/2008, Ολ 542/1999, ΣτΕ 781, 193/2009, 1405/2007, 3401,1477/2000), ορίζεται ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθη­κε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Με την πιο πάνω διάταξη καθιερώνεται η θεμελιώδης δικαιϊκή αρχή non bis in idem, με την οποία απαγορεύεται η επανάληψη ποινικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί με αμετάκλητη απόφαση. Η απαγόρευση αυτή κατοχυρώνει όχι μόνο το δικαίωμα να μην τιμωρείται κάποιος δύο φορές, αλλά εκτείνεται και στο δικαίωμά του να μη διώκεται, ή να μη δικάζεται για δεύτερη φορά για την ίδια παράβαση. Αν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήταν απαραίτητο να προστεθεί ο όρος  «διωχθεί» στον όρο «καταδικασθεί», διότι αυτό θα ήταν περιττή επανάληψη. Συνεπώς, η ως άνω αρχή εφαρ­μόζεται και στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας που έχει ολο­κληρωθεί με αθωωτική για τον κατηγορούμενο δικαστική απόφα­ση, (βλ. ΕΔΔΑ Franz Fischer κατά Αυστρία, απόφ. της 29.5.2001, αρ. 37950/1997 παρ. 29, Zolotukhin κατά Ρωσία, απόφ. της 10.2.1999 Μειζ. Σύνθ. αρ. 14939/2003, παρ. 110, Tsonyo Tsonev κατά Βουλγαρία, απόφ. της 14.1.2010, αρ. 2376/2003, παρ. 55-56, Nikitin κατά Ρωσία, απόφ. της 20.7.2004, αρ. 50719/1999. παρ. 35 επ.). Εντεύθεν, συνάγεται ότι σε «ποινικές» (ποινικής φύ­σης) υποθέσεις, όπου οι εθνικές αρχές έχουν κινήσει σε βάρος του ίδιου προσώπου, για την «ίδια» παράβαση, δύο διαδικασίες, μετά την ολοκλήρωση της μίας με αμετάκλητη καταδικαστική ή αθωωτική δικαστική απόφαση, το επιλαμβανόμενο της άλλης διαδικα­σίας, (bis, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του ως άνω 7ου Πρωτοκόλλου), Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την αρχή αυτή (non bis in idem), οφείλει να περατώσει αυτήν, εξαλείφοντας τις συνέπειές της, κατά τον προσήκοντα κάθε φορά τρόπο, ο ο­ποία θα παρέχει επαρκή αποκατάσταση. Άλλως, αν δηλαδή το Δικαστήριο προχωρήσει στην κατ’ ουσία εξέταση της υπόθεσης, στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής non bis in idem ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης, ακόμη δηλαδή και αν εκδοθεί αθωωτική απόφαση ερειδόμενη σε λόγο μη σχετιζόμενο με την εφαρμογή της αρχής αυτής, (βλ. ΕΔΔΑ Zolotukhin, ό.π., παρ. 100, 115, 119). Προϋπόθεση εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης είναι η ταυτότητα της παράβασης, πρέπει δηλαδή η πα­ράβαση την οποία αφορά η νέα δίωξη ή καταδίκη να είναι η «ίδια» (idem), με αυτή για την οποία προηγήθηκε αμετάκλητη α­θώωση ή καταδίκη του ίδιου προσώπου. Κριτήριο για το χαρα­κτηρισμό των παραβάσεων ως «ίδιων», για τους σκοπούς της διάτα­ξης αυτής, αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά που τις συγκροτούν, (idem factum) και όχι ο νομικός χαρακτηρισμός τους κατά το εθνικό δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου Κράτους (idem crimen). Συντρέχει η ως άνω ταυτότητα παραβάσεων, όταν είναι ίδια ή ουσιωδώς όμοια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την καθεμιά από αυτές, ως τοιούτων νοουμένων των γεγονότων που τελούν σε άρρηκτη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και υλικού αντικειμένου και των οποίων η ύπαρξη απαιτείται (κρίσιμα πραγματικά περιστατικά) προκειμένου να τεκμηριωθεί η καταδίκη ή να ασκηθεί η ποινική δίωξη, (βλ. ΕΔΔΑ Zolotukhin, ό.π., παρ. 70-84, όπου και παρατίθεται σύνοψη του συνόλου της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τα κριτήρια βάσει των οποίων οι παραβάσεις χαρακτηρίζονται ως «ίδιες», γίνονται δε ως προς το ίδιο ζήτημα και σχετικές αναφορές στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Διαμερικανικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, βλ. επίσης τις νεότερες αποφάσεις ΕΔΔΑ Tsonev, ό.π., παρ. 51, 52, Ruotsalainen κατά Φιλανδία, Απόφ. της 16.6.2009, αρ. 13079/2003, παρ. 48 επ.). Εντεύθεν, συνάγεται ότι η προϋπόθεση της ταυτότητας παραβάσε­ων πληρούται κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συντρέχουν σωρευτικά τα στοιχεία iden factum και idem crimen, όταν δηλαδή, πέραν της κατά τα προαναφερόμενα ταυτότητας των συγκροτούντων αυτές πραγματικών περιστατικών, αποδίδεται παραβίαση του ίδιου κανόνα δικαίου, φέρουν αυτές τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό, επιδιώκεται δε με την τιμώρησή τους, η προστασία του ίδιου έννομου αγαθού, είναι δε άνευ σημασίας, για τη συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, η διαφοροποίησή τους ως προς τη διαδικασία και τα όργανα που ασκούν τη δίωξη, το επι­λαμβανόμενο Δικαστήριο και το είδος της κύρωσης. Ταυτότητα παραβάσεων, κατά την παραπάνω έννοια, δεν υφίσταται και συνεπώς δεν παραβιάζεται, κατ’ αρχήν, η ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όταν πρόκειται για αληθή κατ’ ιδέα συρροή παραβάσεων, (με μία πράξη προσβάλλονται περισσότερα έννομα αγαθά – γι’ αυτό και επιβάλ­λονται περισσότερες κυρώσεις, βλ. και άρθρο 94 παρ. 2 ΠΚ, ΕΔΔΑ Goktan κατά Γαλλίας, Απόφ. της 2.7.2002, αρ. 33402/1995, παρ. 49-50, Oliveira κατά Ελβετίας, απόφ. της 30.7.1998, αρ. 84/1997/868/ 1080, παρ. 26-27, Hauser-Sporn κατά Αυστρίας, απόφ. της 7.12.2006, αρ. 37301/2003, παρ. 42). Όταν όμως οι παραβάσεις συγκροτούνται από τα ίδια ή ουσιωδώς όμοια κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, διαφέρουν δε αυτές μόνο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό, ή και ως προς το είδος της κύρωσης, δεν υφίσταται αληθής κατ’ ιδέα συρροή, αλλά συρροή μόνο κατ’ όνομα, με συνέπεια οι περιπτώ­σει αυτές να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αρχής non bis in idem, (βλ. ΕΔΔΑ Franz Fischer ό.π., παρ. 25-26, Sailer κατά Αυστρίας, Απόφ. της 6.6.2002, αρ. 38237/1997, παρ. 25-27, W.F. κατά Αυστρίας, Απόφ. της 30.5.2002, αρ. 38275/1997, παρ. 25-27). Δεύτερη (σωρευτικώς απαιτούμενη) προϋπόθεση για την εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης είναι η «ποινική» φύση των παραβάσεων. Οι έννοια της «ποινικής δίωξης» και «ποινικής δια­δικασίας» στο κείμενο της διάταξης αυτής αποτελούν αυτόνομες έννοιες της ΕΣΔΑ και πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει της εξασφαλιστικής και εγγυητικής λειτουργίας της Σύμβασης και των δικαιω­μάτων που απορρέουν από αυτή και όχι αποκλειστικά με βάση τη νομική υπαγωγή, (νομικό χαρακτηρισμό), σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο κάθε συμβαλλόμενου κράτους. Διαφορετικά, η εφαρμογή της ΕΣΔΑ (ειδικότερα και της αρχής non bis in idem), θα απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των συμβαλλομένων κρατών σε βαθμό που μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα ασύμβατα προς την αποτελεσματική λειτουργία, την εφαρμογή και το σκοπό τα Σύμβασης και προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που αυτή εξασφαλί­ζει και εγγυάται, (Βλ. ΕΔΔΑ Zolotukhin, ό.π., παρ. 52, Maresti κατά Κροατία, Απόφ. της 25.6.2009, αρ. 55759/2007, παρ. 56, Ruotsalainen, ό.π., παρ. 42, Storbraten κατά Νορβηγίας, (dec), no. 12277/04, όπου και περαιτέρω παραπομπές). Οι έννοιες αυτές στο κείμενο του άρθρου 4 του ως άνω Πρωτοκόλλου πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των γενικών αρχών που αφορούν τους αντίστοιχους όρους «ποινική κατηγορία» και «ποινή» στα άρθρα 6 και 7 της ΕΣΔΑ, (βλ. Zolotukhin, ό.π., παρ. 52, με περαιτέρω παραπομπές, Maresti, ό.π., παρ. 56, Ruotsalainen, ό.π., παρ. 42). Η πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ παραθέτει τρία κριτήρια, γνωστά ως «κριτήρια Engel», (βλ. Engel και Autres κατά Ολλανδίας, απόφαση της 8.6.1976, Σειρά A’ no 22), ως αποφασιστικά για το αν υπήρξε ή όχι «ποινική κατηγορία». Τα κριτήρια αυτά επιβεβαιώθηκαν και από τη μείζονα σύνθεση του ΕΔΔΑ με την απόφαση της 9.10.2003, Ezeh και Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου, (αρ. 30665 και 40086/1998). Το πρώτο κριτήριο είναι η νομική υπαγωγή της παράβασης κατά το εθνικό δίκαιο, το δεύτερο είναι η φύση της παρά­βασης και το τρίτο η βαρύτητα της ποινής. Το δεύτερο και τρίτο από τα κριτήρια αυτά είναι εναλλακτικά και όχι απαραιτήτως σω­ρευτικά. Παρά ταύτα, δεν αποκλείεται και η σωρευτική προσέγγιση όταν η ξεχωριστή ανάλυση του κάθε κριτηρίου δεν καθιστά δυνα­τή τη συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος, (βλ. ΕΔΔΑ Zolotukhin, ό.π., παρ. 53, Maresti, ό.π., παρ. 57, Tsonev, ό.π., παρ. 49, Ruotsalainen, ό.π., παρ. 43, Jussila κατά Φιλανδία, Μείζ. Συνθ., Απόφ. της 23.11.2006, αρ. 73053/2001, παρ. 30-31, Ezeh και Connors, ό.π., παρ. 82-86, Lauko κατά Σλοβακίας, Απόφ. της 2.9.1998, αρ. 4/1998/907/1119, παρ. 57, Bendenoun κατά Γαλλία, Απόφ. ms 24.2.1994, αρ. 12547/1986, παρ. 47, Γαρύφαλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδας, Απόφ. της 24.9.1997, αρ. 93/1996/712/909, παρ. 33). Το πρώτο κριτήριο συντρέχει όταν η παράβαση χαρακτηρίζεται από την εθνική έννομη τάξη ως scripto sensu ποινικό αδίκημα. Η φύση της παράβασης (δεύτερο κριτή­ριο) κρίνεται με βάση τον επιδιωκόμενο από την αντίστοιχη διά­ταξη σκοπό, αν δηλαδή επιδιώκεται η προστασία ενός σημαντικού εννόμου αγαθού, μέσω της επιβολής μιας κύρωσης, η οποία ανή­κει στη γενική ποινική σφαίρα, έχει δηλαδή στόχο την τιμώρηση και την αποτροπή, (βλ. ΕΔΔΑ Zolotuknin, ό.π., παρ. 55, Jussila, ό.π., παρ. 31, Ruotsalainen, ό.π., παρ. 46, Maresti, ό.π., παρ. 59, Ezeh και Connors, ό.π., παρ. 36, Jianosevic κατά Σουηδα, αποφ. της 23.7.2002, αρ. 34619/1997, παρ. 68, Ozturk κατά Γερμανία, απόφ. της 21.2.1984. αρ. 8544/1979, Lutz κατά Γερμανίας, απόφ. της 25.8.1987, αρ. 9912/1982, παρ. 54, Vastberga TAXI Aktiebolag και Vulic κατά Σουηδίας, απόφ. της 23.7.2002, αρ. 36985/1997, Bendenoun, ό.π., παρ. 47, Lauko κατά Σλοβακίας, ό.π., παρ. 58, Γαρύφαλλου, ό.π.). Πρόσθετο στοιχείο του δεύτερου αυτού κριτηρίου είναι το εύρος της οικείας διάταξης, η οποία πρέ­πει να αφορά όλους τους πολίτες και όχι μόνο μια ειδική κατηγο­ρία προσώπων που κατέχουν μια ιδιαίτερη ιδιότητα, (βλ. ΕΔΔΑ Zolotukhin, ό.π., Leremeiov κατά Ρουμανίας, απόφ. της 24.11.2009, αρ. 75300, παρ. 27, Anghel κατά Ρουμανίας, απόφ. της 4.10.2007, αρ. 28183/2003, Jianosevic, ό.π., παρ. 68, Maresti, ό.π., παρ. 59, Bendenoun, ό.π. παρ., Ozturk, ό.π. παρ., πρβλ. και ΣτΕ 1405/2007, σκ. 12). Η βαρύτητα της ποινής (τρίτο κριτήριο) κρίνεται από τις επιπτώσεις της στα έννομα αγαθά του δράστη. Ο βαθμός της αυστηρότητας της ποινής προσδιορίζεται κατ’ αρχήν από την αναφορά στο μέγιστο προβλεπόμενο από το νόμο ύψος της (in abstracto). Η πράγματι επιβληθείσα ποινή εκτιμάται μεν, αλλά δε μπορεί να εκμηδενίσει τη σημασία αυτού που αρχικά διακυβεύονταν. Πάντως, η σχετικώς περιορισμένη αυστηρότητα της ποινής δε μπορεί να αφαιρέσει από την παράβαση τον ενδογενή ποινικό της χαρακτήρα, (βλ. ΕΔΔΑ Zolotukhin, ό.π., Maresti, ό.π., Tsonev, ό.π., Leremeiov, ό.π., Anghel ό.π. παρ., Jussila, ό.π., Jianosevic, ό.π. παρ., Ozturk, ό.π. παρ.. Γαρύφαλλου, ό.π., Lutz ό.π.).

Ο Τελωνειακός Κώδικας, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, (Ν 1165/1918, ΦΕΚ Α’ 73) όριζε: Στο άρθρο 89 ότι: «1. Η μη τήρησις των περί τας τελωνειακάς εργασίας και την τελωνειακήν υπηρεσίαν διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβασις. 2. Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται, επίσης, η καθ’ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημο­νευόμενων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν αυτώ άρθρω 100 καθοριζόμενων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσιν δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος συμφώνως προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου και αν έτι ήθελεν κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοι­χεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 3….». Στο άρθρο 100 ότι: «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισα­γωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων, είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε ως εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείου τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ’ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στέ­ρηση το Δημόσιον των υπ’ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον … 2….». Στο άρθρο 97 ότι: «1…. 2…. 3. Κατά των οπωσδή­ποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 και επόμενα του παρόντος, ιδιαιτέρως δε έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από διπλού μέχρι και δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενον ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων, εν συνόλω διά πάντας τους συνυπαιτίους. … 4. Τα υπό της προηγού­μενα παραγράφου προβλεπόμενα πολλαπλά τέλη επιβάλλουν διά πράξεων των κατά τας διατάξεις του άρθρου 99 του παρό­ντος, οι προϊστάμενοι των εν αυτώ καθοριζομένων τελωνειακών αρχών … Προς έκδοσιν της πράξεως ταύτης διαβιβάζεται εις τον προϊστάμενον του αρμοδίου Τελωνείου, παρά της το πρώτον επιληφθείσης της διώξεως του λαθρεμπορίου δημοσία αρχής, εις μεν τας περιπτώσεις του άρθρου 111 του παρόντος αντίγραφον της εκθέσεως κατασχέσεως και του σχηματισθέντος φακέ­λου προανακρίσεως εις δε τας λοιπάς περιπτώσεις αντίγραφον του τελευταίου τούτου. 5. Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμοδίου Τελωνείου, μετά την ενέργειαν διοικητικής ανακρίσεως, έχων προς τούτο και την κατά την παρ. 2 του άρθρου 6 και παρ. 1 του άρθρου 17 του υπ’ αριθ. 1264 του έτους 1942 Νομ. Διατάγματος «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατά­ξεων περί οικονομικής Επιθεωρήσεως» αρμοδιότητα, συντάσσει και εκδίδει, το δυνατόν ταχύτερον, ητιολογημένην πράξιν, διά της οποίας κατά περίπτωσιν ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους κατά τας διάταξεις του νόμου τούτου υπαιτίους, τον βαθμόν της ευθύνης εκάστου, τους ανήκοντας ή διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους τους βαρύνοντας το αντικείμενον της λαθρε­μπορίας και καταλογίζει το κατά τας διατάξεις του παρόντος άρ­θρου πολλαπλούν τέλος, εφ’ όσον δε συντρέχει περίπτωσις και τους διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωσιν της πληρωμής των ανηκόντων δασμών και λοιπών φόρων, εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ’ ην κατάσχεται και δημεύεται το αντικείμε­νον της λαθρεμπορίας …». Στο άρθρο 99 ότι «1. Αι τελωνειακοί παραβάσεις βεβαιούνται διά πρωτοκόλλου των αρμοδίων οργάνων της τελωνειακής υπηρεσίας ή της οικονομικής τελωνειακής αστυνομίας. Αι τελωνειακαί παραβάσεις, περί των οποίων η δευτέρα παράγραφος του άρθρου 89 του παρόντος, βεβαιούνται επί τη βάσει των κατά το δεύτερον εδάφιον της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 97 του αυτού νόμου στοιχείων…. 3. Η προς απολογίαν κλήσις κοινοποιείται διά παντός δημοσίου οργάνου προκειμένου μεν περί προσώπων των οποίων τυγχάνει γνωστή η διαμονή … Εν τη κλήσει ορίζεται ανάλογος κατά την κρίσιν της τελωνειακής αρχής προθεσμία προς απολογίαν από της κοινοποιήσεως αυτής, μη δυναμένη εν πάση περιπτώσει να υπερβαίνη τας τριάκοντας (30) ημέρας…». Στο άρθρο 111 ότι: «Το αντικείμενον της λαθρεμπορίας ως και τα εις δήμευσιν υποκείμενα κατά το άρθρον 107 του νόμου τούτου, μεταγωγικά μέσα κατάσχονται: α) Όταν η λαθρεμπορία είναι εν τω πράττεσθαι…. β) Αρτίως, μετά την συντέλεσιν της λαθρεμπορίας…. γ) Όταν ο δράστης συλλαμ­βάνεται εγγύς τω τόπω της τελέσεως της λαθρεμπορίας…». Στο άρ­θρο 112 ότι: «1. Καθήκον και αρμοδιότητα προς επιχείρησιν της κατασχέσεως του αντικειμένου, ή του μεταγωγικού μέσου ή του προς απόκρυψιν ή συγκάλυψιν της λαθρεμπορίας χρησιμοποιηθέντος είδους έχουσιν οι Τελωνειακοί Υπάλληλοι, οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Τελωνείων, πάντα τα όργανα της Τελωνοφυλακής και Οικονομικής Αστυνομίας, πάντα τα Αστυνομικά όργανα και πας Ανακριτικός υπάλληλος. 2….». Στο άρθρο 118 ότι: «1. Οι εν τω άρθρω 112 παρ. 1 και 2 αναφερόμενοι άμα τη κατασχέσει ή τη συλλήψει του δράστου, προβαίνουσιν εις τας προς βεβαίωσιν της λαθρεμπορίας ανακριτικάς πράξεις, έχοντα πάντα τα δικαιώ­ματα και τις υποχρέωσεις των εν άρθρω 17 (ήδη άρθρο 34) της Ποινικής Δικονομίας υπαλλήλων, αποστέλλουσιν δε την ενεργηθείσαν προανάκρισιν εις τον αρμόδιον παρά Πλημμελειοδίκαις Εισαγγελέα. 2. Ο Προϊστάμενος της τελωνειακής αρχής παραλαμβάνων, κατά το άρθρον 116, τα κατασχεθέντα, συντάσσει σχετικήν έκθεσιν, ην πέμπει εις τον Εισαγγελέα και μεριμνά περί της μεταφοράς ή φυλάξεως αυτών, ενεργών περαιτέρω, συμφώνως προς τα άρθρα 119 και 120 του νόμου τούτου». Στο άρθρο 102 ότι: «1. Η κατά το άρθρον 100 λαθρεμπορία τιμωρείται: Α) Διά φυλακίσεως τουλάχιστον εξ μηνών…. Β) Διά φυλακίσεως του­λάχιστον ενός έτους εις τας εξής περιπτώσεις:… 2. Επί απόπειρας επιβάλλεται η εις την τετελεσμένην λαθρεμπορίαν απειλούμενη ποινή, εις δε τους συνεργούς, δύναται να επιβληθή η κατά των αυτουργών απειλούμενη ποινή».

Από τις πιο πάνω διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα συ­νάγονται τα ακόλουθα: 1. Η πράξη της λαθρεμπορίας προβλέπε­ται και τιμωρείται, αφενός ως «ποινικό αδίκημα», το οποίο επισύρει τις ποινές φυλάκισης του άρθρου 157, αφετέρου ως «διοικητική παράβαση», για την οποία επιβάλλεται από την τελωνειακή αρχή το προβλεπόμενο από τις σχετικές διατάξεις του ίδιου Κώδικα πολλαπλό τέλος. 2. Και οι δύο παραβάσεις προβλέπονται από τις ίδιες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, συγκροτούνται από τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά, τα οποία τελούν σε αδιά­σπαστη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και υλικού αντι­κειμένου, τυποποιούνται με τον ίδιο τρόπο, όχι μόνο ως προς την αντικειμενική, αλλά και ως προς την υποκειμενική τους υπόστα­ση, αφού για την τεκμηρίωση και των δύο απαιτείται η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, φέρουν τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό (λαθρεμπορία) και αφορούν την προστασία του ίδιου έννομου αγαθού, (διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου σε ό,τι αφορά στη μη απώλεια των εσόδων του από δασμούς φόρους κ.λπ. δικαιώματα). Διαφέρουν μόνο ως προς το είδος της ποινής, (πολλαπλό τέλος που αποτελεί χρηματική κύρω­ση για τη διοικητική, παράβαση, φυλάκιση για το ποινικό αδίκη­μα), τα όργανα και τη διαδικασία επιβολής της, διαφοροποίηση η οποία δεν αναιρεί την ταυτότητα των παραβάσεων, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Συμπερασματικά, πρόκειται για την επιλογή του νομο­θέτη να τιμωρήσει με δύο διαφορετικές ποινές και με διαφορετικές διαδικασίες την ίδια (μία) πράξη του ιδίου δράστη και όχι για διαφορετικές παραβάσεις, αλλά ούτε για παραβάσεις οι οποίες συρρέουν αληθώς κατ’ ιδέα, αφού δεν προσβάλλονται με την πράξη αυτή περισσότερα έννομα αγαθά, υπό την εκδοχή δε ότι υφίσταται κατ’ ιδέα συρροή λόγω του χαρακτηρισμού από την εθνική νομοθεσία της μίας ως διοικητικής και της άλλης ως ποινικής παράβασης, η συρροή αυτή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην παραπάνω νομική σκέψη, είναι μόνο κατ’ όνομα, η οποία δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού εφαρμογής της αρχής non bis in idem. Η επιβολή του προβλεπόμενου για τη λαθρεμπορία πολλαπλού τέλους από τα τελωνειακά όργανα, δεν ταξινομείται μεν από το ελληνικό δίκαιο ως ποινική υπόθεση, όμως αποτελεί «κύρωση ποινικής φύσης», κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προεχόντως λόγω: 1) της νομικής υπαγωγής της πράξης της λαθρε­μπορίας, με τις ειδικότερες μορφές τέλεσής της, στη σφαίρα όχι μόνο του διοικητικού, αλλά και του ποινικού δικαίου, λόγω της σοβαρότητας της παράβασης αυτής, η οποία πλήττει ευθέως το οικονομικό συμφέρον του Δημοσίου, 2) του αποτρεπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα της κύρωσης του πολλαπλού τέλους, το οποίο, επιβαλλόμενο πέραν των βαρυνόντων το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δασμών και φόρων, τελών και δικαιωμάτων, δεν έχει αποζημιωτικό/επανορθωτικό χαρακτήρα, αλλά τιμωρητικό και 3) του βαθμού της αυστηρότητας της κύρωσης αυτής, η οποία κυμαινόμενη από το διπλάσιο έως το δεκαπλάσιο των ανα­λογούντων δασμών και λοιπών ως άνω επιβαρύνσεων, πλήττει δραστικά το σημαντικό έννομο αγαθό της περιουσίας του δρά­στη. Εξάλλου, οι οικείες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, των οποίων η παραβίαση στοιχειοθετεί το αδίκημα της λαθρεμπο­ρίας, απευθύνονται στο σύνολο των πολιτών και όχι σε μια ειδική κατηγορία προσώπων που κατέχουν κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα, ώστε να μπορεί να τεθεί ζήτημα αποδυνάμωσης του ποινικού χα­ρακτήρα της πιο πάνω κύρωσης. Τέλος, πρόσθετο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ του ποινικού χαρακτήρα της κύρωσης αυτής είναι η ποινική χροιά της διαδικασίας που προηγείται της επιβολής της και η οποία συνίσταται στη διενέργεια προανακριτικών και ανακριτικών πράξεων από γενικούς και ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, (επ’ αυτοφώρω σύλληψη, κατάσχεση, εξέτα­ση μαρτύρων, λήψη απολογία κ.λπ.), οι οποία εισφέρουν κοινό αποδεικτικό υλικό τόσο στη διοικητική όσο και στην ποινική δια­δικασία, προκειμένου να διαπιστωθεί και καταγνωσθεί η ενοχή ή η αθωότητα των διωκομένων, αλλά και να επιμετρηθεί η ποινή αναλόγως της συμμετοχής και του βαθμού της ευθύνης έκαστου. Ήδη, το ΕΔΔΑ έκρινε ad hoc σε σχετικές υποθέσεις, όλες κατά Ελλάδος, (βλ. Απόφ. της 11.1.2007, αρ. 35533/2004, παρ. 21 Απόφ. της 6.12.2007, αρ. 29829/2005, παρ. 19 και Απόφ. της 21.2.2008, αρ. 33997/2006, παρ. 20), ότι το επιβαλλόμενο κατά τον Ελληνικό Τελωνειακό Κώδικα πολλαπλό τέλος για την παράβαση της λα­θρεμπορίας αποτελεί κύρωση ποινικής φύσης κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, (συνεπώς και κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου). Επίσης, το Συμβούλιο της Επικράτειας, με την υπ’ αριθμ. 689/2009 (επταμ.) απόφασή του, έκρινε ότι η ως άνω διοι­κητική κύρωση της επιβολής πολλαπλού τέλους έχει χαρακτηρι­στικά προσιδιάζοντα σε «ποινή», υπό την έννοια των άρθρων 6 παρ. 1 και 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, μεταβάλλοντας την προηγούμενη νομολογία του, όπως αυτή είχε διατυπωθεί στην 3611/2003 απόφαση του, με την οποία είχε κριθεί ότι το παραπάνω πολλαπλό τέλος δεν έχει ποινικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί ποινή, αλλά διοικη­τικό μέτρο καταναγκασμού προς ακριβή και ταχεία συμμόρφω­ση των υπόχρεων στις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα και δεν συνάπτεται προς τις επιβαλλόμενες από τον ποινικό δικαστή ποινικού χαρακτήρα κυρώσεις σε περίπτωση τέλεσης ποινικώς κολάσιμης πράξης.

Εξάλλου, με σειρά αποφάσεών του (2077/2009,1728,463/2008. 3319, 981/2006, 3709, 1203/2005, 2797/2004 επτ. κ.ά) το ΣτΕ έχει κρίνει ότι έχει χαρακτηριστικά προσιδιάζοντα σε ποινή, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων της ΕΣΔΑ, η διοικητική κύρωση (τελωνειακό πρόστιμο) της περ. ζ της παρ. 2 του άρθρου 88 του Ν 2127/1993. Ακόμη, με την 2514/2009 απόφασή του έκρινε ότι αποτελεί μέτρο που εξομοιώνεται με ποινή κατά την έννοια τα διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, το επιβαλλόμενο κατά το άρθρο 30 του Ν 1650/1986 πρόστιμο στους προκαλούντες ρύπανση του περιβάλλοντος. Από τα παραπάνω συνάγε­ται ότι στην περίπτωση αφενός επιβολής πολλαπλού τέλους για λαθρεμπορία και ποινικής διαδικασίας για την ίδια παράβαση σε βάρος του ίδιου προσώπου αφετέρου, συντρέχουν όλες οι προϋ­ποθέσεις εφαρμογής της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου τα ΕΣΔΑ, (ταυτότητα πράξης, και ποινική φύση της παράβασης), εφόσον βέβαια έχει προηγηθεί η έκδοση αμετάκλητης απόφασης (αθωωτικής ή καταδικαστικής), ή έχει παύσει η ποινική δίωξη με αμετάκλητο βούλευμα. Αντίθετη κρίση έχει διατυπώσει το ΣτΕ, με την υπ’ αριθμ. 3611/2003 απόφασή του, (στην αιτιολογία της οποίας παραπέμπει με την 1734/2009 νεότε­ρη απόφαση του). Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, (3611/2003) έγινε δεκτό ότι η επιβολή του πολλαπλού τέλους για λαθρεμπο­ρία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου τα ΕΣΔΑ, αφενός διότι (όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη) η κύρωση αυτή αποτελεί διοικητικό μέτρο και δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, αφετέρου διότι η ποινική καταδίκη προσώπου από ποινικό δικαστήριο για ποι­νικό αδίκημα δεν αποκλείει την επιβολή και διοικητικών κυρώσεων σε βάρος του για το αδίκημα αυτό και δεν παραβιάζει την εν λόγω διάταξη, ως προς το δεύτερο δε σκέλος της αιτιολογία αυτής γίνεται παραπομπή στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ Goktan κατά Γαλλίας Ponsetti και Chensel κατά Γαλλίας. Όμως, όπως προανα­φέρθηκε, η ποινική φύση της κύρωσης του πολλαπλού τέλους για την πράξη της λαθρεμπορίας, έχει γίνει δεκτή από το ΕΔΔΑ με τις ως άνω ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεις του, αλλά και από το ΣτΕ με την πρόσφατη υπ’ αριθμ. 689/2009 απόφασή του, παραδοχή η οποία ανατρέπει την αιτιολογική βάση της ως άνω 3611/2003 απόφασής του ως προς το πρώτο σκέλος της. Εξάλλου, και το δεύτερο σκέλος της αιτιολογίας αυτής, δεν επηρεάζει, τα όσα ήδη έγιναν δεκτά ως προς την εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ στις περιπτώσεις επιβολής πολλαπλού τέλους και ποινικής διαδικασίας για την πράξη της λαθρεμπορίας, διότι οι υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω αποφά­σεις του ΕΔΔΑ, (Goktan και Ponsetti et Chensel) διαφέρουν ουσι­ωδώς από την πράξη της λαθρεμπορίας, όπως αυτή τυποποιεί­ται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα ως διοικητική και ποινική παράβαση. Ειδικότερα, η υπόθεση Goktan κατά Γαλλία αφορούσε αφενός το ποινικό αδίκημα της εμπορίας παρανόμως εισαχθέντων ναρκωτικών ουσιών, (αδίκη­μα του γενικού ποινικού δικαίου), για το οποίο είχε επιβληθεί από το ποινικό δικαστήριο φυλάκιση, αφετέρου το τελωνειακό αδίκημα της παράνομης εισαγωγής των ίδιων αγαθών στο γαλ­λικό έδαφος, για το οποίο είχε επιβληθεί από το ίδιο δικαστή­ριο πρόστιμο. Στην απόφαση του ποινικού δικαστηρίου είχε επίσης περιληφθεί διάταξη με την οποία προβλέφθηκε στέρηση της προσωπικής ελευθερίας για την περίπτωση μη καταβολής του προστίμου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου τα ΕΣΔΑ, διότι επρόκειτο για κατ’ ιδέα συρροή αδικημάτων («concours ideal des qualifications»), για τα οποία επιβλήθηκαν διαφορετικές ποινές και μάλιστα από το ίδιο δικαστήριο. Η υπόθεση Ponsetti και Chensel κατά Γαλλίαw αφορούσε αφενός ποινική καταδίκη για το τελούμενο «ηθελημένα» («volontairement») αδίκημα τα φοροδιαφυγής λόγω μη υποβολής φορολογικής δήλωσης, (άρ­θρο 1741 του Γαλλικού Γενικού Κώδικα Φορολογίαw), αφετέρου πρόστιμο για απλή φορολογική παράβαση, (άρθρου 1728 του ίδιου Κώδικα), λόγω παράλειψης υποβολής φορολογικής δή­λωσης, χωρίς για τη στοιχειοθέτησή της να απαιτείται ηθελημέ­νη ενέργεια του υπόχρεου. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το υποκειμενικό αυτό στοιχείο διαφοροποιεί ουσιωδώς τις δύο παραβάσεις ώστε η παράλληλη επιβολή κυρώσεων γι’ αυτές να μην παραβιάζει την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου τα ΕΣΔΑ.

Σύμφωνα, όμως με όσα έγιναν ήδη δεκτά, η πράξη της λαθρεμπορίας του Τελωνειακού Κώδικα συγκροτεί­ται από τα ίδια συστατικά στοιχεία, (αντικειμενικά και υποκειμε­νικά), τόσο ως διοικητική παράβαση, όσο και ως ποινική και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται αληθής κατ’ ιδέα συρροή, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για την ίδια πράξη, (νοούμενη ως idem factum αλλά και ως idem crimen), υπό την εκδοχή δε ότι υφίσταται κατ’ ιδέα συρροή, αυτή είναι μόνο κατ’ όνομα και δεν εμποδίζει την εφαρμογή της αρχής non bis in idem, (βλ. ιδίως την πρόσφατη απόφαση ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φιλανδίας ό.π., με την οποία κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση της αρχής non bis in idem σχετικά με την επιβολή, μέσω διοικητικής διαδικασίας, μιας χρηματικής κύρωσης, προβλεπόμενης από το φιλανδικό νόμο περί τελών των καυσίμων, που υπολογίσθηκε στο τριπλάσιο του τέλους καυσίμου την καταβολή του οποίου απέφυγε ο υπόχρεος, χρησιμοποιώντας για την κίνηση του αυτοκινήτου του καύ­σιμο υποκείμενο σε χαμηλότερη φορολόγηση από το πετρέλαιο diesel, χωρίς να έχει τηρήσει την προβλεπόμενη από τον ίδιο νόμο υποχρέωση του για ενημέρωση των αρμοδίων υπηρεσιών σχετικά με την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει το καύσιμο αυτό, ενώ προηγουμένως είχε επιβληθεί σε βάρος του πρόστιμο, προ­βλεπόμενο από το φιλανδικό Ποινικό Κώδικα, για φορολογική απάτη ήσσονος σημασίας, συνιστάμενη στην αποφυγή καταβολής της διαφοράς του φόρου μεταξύ του καυσίμου που χρησι­μοποίησε και του πετρελαίου diesel. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε την ποινική φύση της ως άνω πολλαπλάσιας του τέλους χρηματικής κύρωσης, παρά το χαρακτηρισμό της από το φιλανδικό νόμο ως διοικητικού μέτρου, έκρινε δε ακόμη ότι η προϋπόθεση ταυτότητας των παραβάσεων, η οποία προκύπτει από την ουσιώδη ομοιότητα των πραγματικών περιστατικών που τις συγκροτούν, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την επιβολή της πιο πάνω προβλεπόμενης από το νόμο περί τελών των καυσίμων χρηματικής κύρωσης δεν απαιτούνταν η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου την οποία απαιτούσε η οικεία διάταξη του Ποινικού Κώδικα για την επιβολή του προστίμου). Επειδή, λό­γω της υπερνομοθετικής ισχύος της ενσωματούμενης στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αρχής non bis in idem, η εσωτερική νομοθεσία των συμβαλλό­μενων κρατών δεν επιτρέπεται να ματαιώνει ή να δυσχεραίνει την εφαρμογή της.

Συνεπώς, όταν, προκειμένου περί της πρά­ξης της λαθρεμπορίας, ως διοικητικής και ποινικής παράβασης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω αρχής, οι διατάξεις των παρ. 2 του άρθρου 89 και 3 και 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, (οι οποίες, αντιστοίχως, ορίζουν ότι το πολλαπλό τέλος για λαθρεμπορία, επιβάλλεται ακόμη κι αν ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποι­νης λαθρεμπορίας, ότι το τέλος αυτό επιβάλλεται ασχέτως της ποινικής δίωξης των υπαιτίων και ότι ουδεμία επιρροή ασκεί επί των αποφάσεων των δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστι­κή απόφαση των διοικητικών δικαστηρίων και επιτροπών ούτε αντιστρόφως), καθώς και η παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, (σύμφωνα με την οποία τα διοικητικά δι­καστήρια δεσμεύονται μόνο από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη), στο βαθμό που εμποδίζουν την εφαρμογή της αρχής αυτής, στο βαθμό δηλαδή που παραγνωρίζουν την προηγού­μενη έκδοση αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, ως λόγου γενεσιουργού του απορρέοντος από την αρχή αυτή δεδικασμένου, το οποίο κωλύει την επί της ουσίας πρόοδο της ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου διαδικασίας, είναι ανίσχυ­ρες και, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστες, (αντίθετη η ΣτΕ 1734/2009, με την οποία κρίθηκε ότι οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις των άρ­θρων 89 παρ. 2, 97 παρ. 3 και 8 του Τελωνειακού Κώδικα και 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, από τις οποίες, κατά την πάγια νομολογία του – 2447, 1924, 1900, 1734, 695/2009, 3004, 2999/2007, 331/2006, 990/2004 Ολομ. – συνάγεται ότι η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους για την τελωνειακή παράβαση της λα­θρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και ότι, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υπόθεσης επιβολής του τέλους αυτού, δε δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική αθωωτική απόφαση ποινι­κού δικαστηρίου, αλλά υποχρεώνεται απλώς να τη συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του), δεν αντίκεινται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου τα ΕΣΔΑ, [βλ. για όλα τα ανωτέρω, ΔΕφΚομ 151/2010 ΝοΒ 58(2010), 1273, με σύμφωνο σχόλιο Κων. Σαμαρτζή, αντιθ. μεταξύ άλλων οι ΣτΕ Ολ 990/2004 και ΣτΕ 1777/2012 σεΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Βλ. επίσης, «Τα πολλαπλά τέλη λαθρεμπορία υπό το πρίσμα τα ΕΣΔΑ (με αφορ­μή τις ΣτΕ 3182/2010 και 2067/2011)», Ηλίας Αναγνωστόπουλος, ΝοΒ 59(2011), 2273, καθώς και ΑΠ 503/2005 ΝοΒ 53(2005), 1669, σύμφωνα με την οποία συνιστά λαθρεμπορία και όχι τελω­νειακή παράβαση η εξαγωγή από φορολογική αποθήκη και διά­θεση στην αγορά εμπορευμάτων χωρίς να καταβληθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης και ΦΠΑ, πρβλ. και ΑΠ 315/2004 ΝοΒ 51, 1486, κατά την οποία χαρακτηρίζονται ως αντικείμενο λαθρεμπο­ρία εμπορεύματα τα οποία, παρότι δεν εισήχθησαν λαθραία, τέθηκαν στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα τα λαθρεμπορία].

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο ήχθη σε αθωωτική κρίση για τον κατηγο­ρούμενο (….) ο οποίος αθωώθηκε αμετακλήτως της πράξεως της λαθρε­μπορίας, (….) οπότε, (…) και παρά τις περί του αντιθέτου κρίσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων, που έκριναν επί της διοικητικής προσφυγής του κατηγορουμένου για το διοικητικό σκέλος της υποθέσεως, δεν δύναται να διωχθεί εκ νέου για τη μη καταβο­λή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, που προέρχονται από την ίδια καταλογιστική πράξη, όταν δηλαδή ο κατηγορούμενος έχει κριθεί αμετακλήτως ότι δεν τέλεσε την πράξη της λαθρεμπο­ρίας. Δηλαδή, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανωτέρω νομολογία του ΕΔΔΑ, (στην οποία παραπέμπει αναλυτικώς η ΔΕφΚομ 151/2010, ό.π.), έχει σαφώς εφαρμογή, όχι μόνο στην περίπτωση της συρρέουσας ποινικής και διοικητικής διαδικασίας (ποινικό αδίκημα και διοικητική παράβαση ταυτόχρονα), αλλά και στην περίπτωση που υφίστανται δύο ταυτόχρονα πορευόμενες ποινικές διαδικα­σίες που ερείδονται σε ίδια ή ουσιωδώς όμοια πραγματικά περι­στατικά, (τα οποία συγκροτούν την καθεμιά από αυτές), ως τοιού­των νοουμένων των γεγονότων που τελούν σε άρρηκτη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσα και υλικού αντικειμένου και των οποίων η ύπαρξη απαιτείται (κρίσιμα πραγματικά περιστατικά), προκειμένου να τεκμηριωθεί η καταδίκη ή να ασκηθεί η ποινική δίωξη, όπως ακριβώς συμβαίνει στην επίδικη περίπτωση, όπου ο κατηγορούμενος έχει αθωωθεί αμετακλήτως της ποινικής κατηγορίας της λαθρεμπορία και εκκρεμεί σε βάρος του έτερη ποινική κατηγορία (η δικαζόμενη) για μη καταβολή βεβαιωμέ­νων χρεών προς το Δημόσιο, με την ίδια καταλογιστική πράξη του Τελωνείου Αθηνών (μη ανακληθείσα, καίτοι μεταρρυθμισθείσα δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως αρμοδίου Διοικητικού Δικαστηρίου), με βάση δηλαδή την οποία κινήθηκε η ποινική κατηγορία της λαθρεμπορίας. Σημειωτέον ακόμη και για την εκτίμηση του εν γένει δόλου του κατηγορουμένου, ανα­φορικά με τις διοικητικές παραβάσεις του ότι ο κατηγορούμενος έχει εξοφλήσει την κύρια απαίτηση δασμών και φόρων, ποσού 35.301.330 δραχμών ή 98.245,68 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από τον επισυναπτόμενο πίνακα εισπράξεως από το Τελωνείο Αθηνών (μετά των αποδεικτικών εισπράξεων), κατά το χρονικό διάστημα από 28.9.2000 έως και 17.5.2004, που δεν αμφισβη­τήθηκε από το μάρτυρα του Τελωνείου Αθηνών, το υπόλοιπο δε της οφειλής του αφορά στο αρχικώς πενταπλάσιο των φόρων αυ­τών (155.000.000 δραχμές), υπό τη μορφή επιβολής πολλαπλών τελών. Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σε αυτόν κατηγορίας, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό ης παρούσας.

Εκτύπωση Αποστολή με email

Σχολιαστε το αρθρο

Στην περίπτωση που κάποιο σχόλιο περιέχει υβριστικές ή προσβλητικές εκφράσεις, οι υπεύθυνοι της ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα να το καταργήσουν μερικώς ή πλήρως. Προς αποφυγή κακόβουλων μηνυμάτων (spam), τα μηνύματα που περιέχουν συνδέσμους προς άλλες ιστοσελίδες θα παραμένουν αφανή.