ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ   

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1876
Ετος: 1980
Περίληψη

ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ / Ν. 720/1977 / ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ . 720/1977 η οποία εξαιρεί αυτόματα από την κατεδάφιση κάθε αυθαίρετη κατασκευή, υφισταμένη καθ' ορισμένη χρονική στιγμή, χωρίς να εξαρτά την εξαίρεση αυτή από το μέγεθος, το είδος ή τη σημασία της κατασκευής ή τις επιπτώσεις στον περιβάλλοντα χώρο, με μόνη τη δήλωση του ενδιαφερομένου και χωρίς προηγούμενη κρίση της διοίκησης, η οποία διαμορφώνεται με πολεοδομικά κριτήρια, είναι αντισυνταγματική (μειοψ.).

Κείμενο Απόφασης

Επειδή, δια της υπ' αριθ. 247 του 1980 αποφάσεως του Δ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδοθείσης επί συνεκδικασθεισών αιτήσεων ακυρώσεως της αιτούσης, τεχνικής εταιρείας, δια τας οποίας είχον καταβληθή τα νόμιμα τέλη και το παράβολον (υπ' αριθμ. 25031, 24032, 129581, 129582/79 γραμμάτια του Ταμείου Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών, 395456, 470070, 184052, 244349, 161551, 321998/79 ειδικά γραμμάτια παραβόλου), παρεπέμφθη εις την Ολομέλειαν του δικαστηρίου, προς επίλυσιν, λόγω της σπουδαιότητός του, το ζήτημα εάν είναι ανίσχυρος, ένεκα αντιθέσεώς της προς το Σύνταγμα, η διάταξις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 720 του 1977 "περί εξαιρέσεως από της κατεδαφίσεως αυθαιρέτων κτισμάτων κ.λ.π.", ΦΕΚ 297, την εφαρμογήν της οποίας επιδιώκει, δια των ως άνω αιτήσεών της, η αιτούσα.

Επειδή, κατά την παρ. 2 του άρθρου 119 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 8 του 1973, ΦΕΚ 124, ως ετροποποιήθη υπό του άρθρου 1 παρ. 65 του ν.δ. 205 του 1974, ΦΕΚ 363), διατάσσεται η κατεδάφισις των αυθαιρέτων κατασκευών, των αντικειμένων "εις τας κειμένας διατάξεις, ως προς την αρτιότητα του οικοπέδου, το ποσοστόν καλύψεως, τα όρια της δομησίμου επιφανείας του οικοπέδου, τον συντελεστήν δομήσεως αυτού, το επιτρεπόμενον ύψος των κτιρίων και τας προεξοχάς πέραν των γραμμών δομήσεως ή προς τας υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς αφιέμενα ακάλυπτα τμήματα του οικοπέδου και τας διαστάσεις των περιφραγμάτων". Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 118 του ΓΟΚ, "δύναται να εγκρίνηται", μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Δημ. Εργων, "η εξαίρεσις από της..... κατεδαφίσεως αυθαιρέτων κατασκευών, εάν πρόκειται περί μικρών παραβάσεων, ων η καθαίρεσις θα κατέληγεν εις υπέρμετρον βλάβην του κτιρίου ή θα έθετεν εν κινδύνω την φέρουσαν κατασκευήν αυτού ή θα παρέβλαπτεν υπερμέτρως την αισθητικήν εμφάνισιν του κτιρίου ή θα απήτει υπερμέτρους δια την αποκατάστασιν της αισθητικής δαπάνας και των οποίων η διατήρησις, εν πάση περιπτώσει, δεν θα έθετεν εν κινδύνω την ασφάλειαν της κατασκευής, ουδέ θα απέβαινεν υπερμέτρως εις βάρος της πόλεως". Επομένως, δια των ανωτέρω διατάξεων αντιμετωπίζονται, κατά τρόπον πάγιον και εξαντλητικόν, αι περιπτώσεις αυθαιρέτου υπερβάσεως των ισχυόντων όρων και περιορισμών δομήσεως και επιβάλλεται, κατόπιν ειδικής διαδικασίας, η κατεδάφισις των αυθαιρέτων κατασκευών όταν αναφέρονται εις ωρισμένας παραβάσεις χάριν της αρμονικής και συμμέτρου πολεοδομικής αναπτύξεως των οικισμών. Προβλέπεται δε και η εξαίρεσις από της κατεδαφίσεως, οσάκις αι προκαλέσασαι την αυθαίρετον κατασκευήν παραβάσεις κρίνονται υπό των αρμοδίων οργάνων της Πολιτείας, επί τη βάσει αυστηρώς πολεοδομικών και κτιριολογικών κριτηρίων, ως άνευ σημασίας και δυσμενών επιπτώσεων δια την λειτουργικότητα, την πολεοδομικήν ισορροπίαν και εξέλιξιν της περιοχής και, ως εκ τούτου, μη επηρεάζουσαι σοβαρώς τους όρους διαβιώσεως κατοίκων της.

Επειδή, υπό του ν. 720 του 1977 "περί εξαιρέσεως από της κατεδαφίσεως αυθαιρέτων κτισμάτων, επιβολής ειδικών τελών επί οικοδομικών εργασιών εκτελουμένων κατά τας διατάξεις του άρθρου 102 του Ν.Δ. 8/1973 και του άρθρου 1 του Α.Ν. 395/1968 και ρυθμίσεως ετέρων πολεοδομικών θεμάτων", ΦΕΚ 297, και, ειδικώτερον, υπό του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού, ωρίσθη ότι "Αι εντός και εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή κωμών ή και εντός οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 αυθαίρετοι οικοδομαί ή τμήματα αυτών, ανεγερθείσαι προ της δημοσιεύεσεως του νόμου 651/1977" περί καταργήσεως του Ν. Δ/τος 349/1974, τροποποιήσεως των "περί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών διατάξεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", εξαιρούνται εκ της κατεδαφίσεως, έστω και εάν αντίκειται εις τους όρους των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων, εφ' όσον οι κύριοι ή συγκύριοι αυτών υποβάλλουν εμπροθέσμως εις την αρμοδίαν, ως εκ της θέσεως της οικοδομής Υπηρεσίαν πολεοδομίας τας κατά την επομένην παράγραφον δηλώσεις και λοιπά στοιχεία, υποκείμενοι εις την εισφοράν του άρθρου 2 του παρόντος. Δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του παρόντος,

εφαρμοζομένων επ' αυτών των περί κατεδαφίσεως αυθαιρέτων κατασκευών κλπ. διατάξεων, αι οικοδομαί και εν γένει κατασκευαί ανεγερθείσαι αυθαιρέτως επί κοινοχρήστων χώρων της πόλεως (οδών, πλατειών κ.λ.π.), εντός της κατά το από 23.10.1959 Διάταγμα "περί μέτρων τινών δια την ασφάλειαν της υπεραστικής συγκοινωνίας", ως τούτο ισχύει σήμερον, ζώνης ασφαλείας των διεθνών, εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών ή κοινοτικών οδών, εντός του κατά το Ν.Δ. 393/74 "περί συμπληρώσεως των διατάξεων του Α.Ν. 2344/40 "περί αιγιαλού και παραλίας" αιγιαλού και της ζώνης παραλίας, εντός της κατά τον Α.Ν. 439/70 ζώνης των 30 μ. από της γραμμής του αιγιαλού, επί δημοσίων εκτάσεων, ως και επί αρχαιολογικών χώρων". Τέλος δια της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 9 του αυτού νόμου, ορίζεται ότι "ο Υπουργός Δημοσίων Εργων δύναται να κηρύξη απαράδεκτον την υποβληθείσαν δήλωσιν και να εξαιρέση ούτως από της κατά το άρθρον 1 μη κατεδαφίσεως περιπτώσεις αυθαιρέτων κατασκευών εις επίκαιρα σημεία των πόλεων και οικισμών εις άπασαν την χώραν, εφ' όσον αι κατασκευαί αύται προσβάλλουν αισθητώς την εμφάνισιν της περιοχής ή ιδιαζούσης σημασίας στοιχείου αυτής ή αποβαίνουν υπερμέτρως εις βάρος της πόλεως". Δια των παρατεθεισών μεταβατικών διατάξεων, εισάγεται παρέκκλησις από το παγίως ισχύον καθεστώς αντιμετωπίσεως των αυθαιρέτων κατασκευών, όπερ ανέχεται, κατά τας εν τη ηγουμένη σκέψει παρατεθείσας διατάξεις, τας εξαιρέσεις από του κανόνος της κατεδαφίσεως μόνον κατόπιν ειδικής επί εκάστης συγκεκριμένης περιπτώσεως, κατ' ενάσκησιν διακριτικής ευχέρειας, κρίσεως των αρμοδίων οργάνων βάσει πολεοδομικών λεπτομερώς καθοριζομένων κριτηρίων και εφ' όσον η καταλήξασα εις την αυθαίρετον κατασκευήν παράβασις των όρων και περιορισμών δομήσεως είναι μικρά, κατά το μέγεθος και την σημασίαν. Αντιθέτως, δια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 720/1977, επιβάλλεται υποχρεωτικώς η αυτόματος εξαίρεσις από της κατεδαφίσεως των μέχρις ωρισμένης ημερομηνίας απανταχού της επικρατείας ανεγερθεισών και υφισταμένων κατά ταύτην, αυθαιρέτων κατασκευών, ασχέτως προς την θέσιν του αυθαιρέτου εντός ή εκτός ρυμοτομικού σχεδίου, προς το μέγεθος, το είδος ή την σημασίαν της υπερβάσεως ή τας επιπτώσεις επί του περιβάλλοντος τούτο χώρου. Η εξαίρεσις επέρχεται άμα τη απλή δηλώσει του ενδιαφερομένου, άνευ ερεύνης τινος, εξαρτάται δε εκ μόνου του συμπτωματικού γεγονότος της υπάρξεως της παραβιαζούσης τους ισχύοντας όρους και περιορισμούς δομήσεως κατασκευής καθ' ωρισμένην χρονικήν στιγμήν. Εις την τοιαύτην αυτόματον, πρωτοβουλία του κυρίου της κατασκευής, επερχομένην νομιμοποίησιν των αυθαιρέτων (και εφ' όσον ταύτα δεν καταλαμβάνουν κοινόχρηστον ή αρχαιολογικόν χώρον, αιγιαλόν ή παραλίαν, δημόσιον κτήμα, δασικήν ή αναδασωτέαν έκτασιν κλπ), μόνον φραγμός τίθεται, αφορών, όμως, εις μόνα τα επίκαιρα σημεία των οικισμών, η εντός ετησίας ανατρεπτικής προθεσμίας παρεχομένη υπό του άρθρου 2 παρ.

9 του αυτού νόμου δυνατότης εις τον έχοντα προ αυτού πλήθος δηλώσεων Υπουργόν Δημ. Εργων όπως επαναφέρη τον κανόνα της κατεδαφίσεως εις ωρισμένας, όλως εξαιρετικάς, περιπτώσεις, εάν συντρέχουν αι τασσόμεναι προϋποθέσεις.

Επειδή, υπό του άρθρου 24 του Συντάγματος, αναφερομένου εις προστασίαν του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, ορίζεται εις την παρ. 2 αυτού, ότι "η χωροταξική αναδιάρθρωσις της Χώρας, η διαμόρφωσις, η ανάπτυξις, η πολεοδόμησις και η επέκτασις των πόλεων και των οικισμών εν γένει περιοχών, τελεί υπό την ρυθμιστικήν αρμοδιότητα και τον έλεγχον του Κράτους, επί τη τέλει της εξυπηρετήσεως της λειτουργικότητος και αναπτύξεως των οικισμών και της εξαασφαλίσεως των καλλιτέρων δυνατών όρων διαβιώσεως". Τίθεται ούτως υπό την προστασίαν του Καταστατικού Χάρτου και τελεί υπό την απόλυτον ρυθμιστικήν εξουσίαν και τον έλεγχον της Πολιτείας η χωροταξική κατανομή εις οικιστικάς ή μη περιοχάς και η δόμησις εν γένει, επί τη βάσει κανόνων διαμορφουμένων υπό του κοινού νομοθέτου, αποδέκτου της συνταγματικής ταύτης επιταγής, και εμπνεομένων εκ της ανάγκης διαφυλάξεως του περιβάλλοντος και λελογισμένης αναπτύξεως των οικισμών, εν όψει των κρατουσών πολεοδομικών αντιλήψεων και επιστημονικών δεδομένων, αναλόγως της ιδιομορφίας, του χαρακτήρος και του προορισμού εκάστου εξ αυτών.

Ως εκ των επιδιωκομένων δε υπό της διατάξεως ταύτης σκοπών, της εξασφαλίσεως δηλονότι τόσον της λειτουργικότητος και της ομαλής αναπτύξεως των οικισμών, όσον και της καλλιτέρας δυνατής εις αυτούς διαβιώσεως των πολιτών, αύτη ανέχεται, κατ' αρχήν, την υπό του ΓΟΚ, επί τη συνδρομή των εν αυτώ προϋποθέσεων και κριτηρίων, εξαίρεσιν υπό του κανόνος της κατεδαφίσεως των οικοδομουμένων κτισμάτων, κατά παράβασιν των υπό της Πολιτείας καθορισθέντων δια την περιοχήν όρων και περιορισμών δομήσεως. Η εξαίρεσις, όμως, αύτη καθίσταται δυνατή οσάκις αι αυθαίρετοι κατασκευαί οφείλονται εις ασήμαντους από πολεοδομικής απόψεως παραβάσεις, αίτινες, ως εκ του μεγέθους, της μορφής και των επιπτώσεών των, δεν ασκούν σοβαράν επιρροήν επί της λειτουργικότητος των οικισμών, μη παρεμποδίζουσαι την ομαλήν ανάπτυξιν αυτών, ουδ' επιδρώσαι δυσμενώς επί των όρων διαβιώσεως, ώστε να καταστούν συνταγματικώς ανεπίτρεπτοι. Αποκλείεται ούτω, εκ της διαληφθείσης συνταγματικής διατάξεως, η εξαίρεσις από του γενικώς ισχύοντος κανόνος της κατεδαφίσεως των αυθαιρέτων κατασκευών, οσάκις αύται είναι αποτέλεσμα σοβαρών παραβάσεων των ισχυόντων όρων και περιορισμών δομήσεως.

Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προπαρατεθείσα διάταξις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 720 του 1977 εξαιρούσα, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αυτομάτως εκ της κατεδαφίσεως πάσαν αυθαίρετον κατασκευήν, υφισταμένην καθ' ωρισμένην χρονικήν στιγμήν, χωρίς να εξαρτά την εξαίρεσιν ταύτην εκ του μεγέθους, του είδους ή της σημασίας της κατασκευής ή των επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος χώρου, επί μόνη τη δηλώσει του ενδιαφερομένου και άνευ προηγουμένης κρίσεως της διοικήσεως, βάσει πολεοδομικών κριτηρίων διαμορφουμένης, αντίκειται εις την παρ. 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρος, της παρεχομένης δια του άρθρου 2 παρ. 9 του ν. 720 του 1977 δυνατότητος επανόδου εις τον κανόνα της κατεδαφίσεως, δια της εκ των υστέρων επεμβάσεως της Διοικήσεως, μη ούσης, ικανής να καταστήση την διάταξιν συνταγματικώς έγκυρον. Αν και, κατά την γνώμην δύο μελών του δικαστηρίου, ναι μεν αποκλείεται εκ του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος η νομιμοποίησις κτισμάτων ανεγερθέντων κατά παράβασιν διατάξεων θεσπισθεισών προς πραγμάτωσιν των υπό της συνταγματικής ταύτης διατάξεως διαγραφομένων σκοπών, είναι όμως συνταγματικώς ανεκτή η, κατά τους ορισμούς του νόμου 720/1977, εξαίρεσις από της κατεδαφίσεως οικοδομών ανεγερθεισών εις χρόνον καθ' ον δεν ίσχυε το ρηθέν άρθρον 24 του εν ισχύϊ Συντάγματος και επί εύλογον τινα χρόνον μετ' αυτό, εν όψει του ότι αι διατάξεις του μνησθέντος άρθρου 24 του Συντάγματος και της εις εκπλήρωσιν των σκοπών των διατάξεων τούτων νομοθεσίας (ιδία του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών") αποβλέπουν εις την αναμόρφωσιν και των ήδη ωκοδομημένων περιοχών και, συνεπώς, θα ήτο εφεξής άσκοπος η εις συμμόρφωσιν προς προγενεστέρας διατάξεις κατεδάφισις οικοδομών, συνεπαγομένη μάλιστα ματαίαν απασχόλησιν των πολεοδομικών υπηρεσιών, βαρυνομένων δια του έργου της, κατά τ' ανωτέρω, πολεοδομικής αναμορφώσεως. Κατά την γνώμην δε ετέρων δύο μελών του δικαστηρίου, η διάταξις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 720/1977 δεν τελεί εις αντίθεσιν προς το άρθρον 24 παρ. 2 του Συντάγματος, υποχρεούν το Κράτος, κατά την θέσπισιν των ρυθμιζόντων τα της πολεοδομίας και αναπτύξεως των πόλεων και οικιστικών περιοχών κανόνων, να συμμορφούται προς τους εν αυτώ διαγραφομένους σκοπούς. Και τούτο διότι, δια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 720, δεν τίθενται κανόνες αναγόμενοι εις την πολεοδόμησιν ή την ανάπτυξιν των πόλεων και των οικιστικών εν γένει περιοχών, αλλά λαμβάνεται μέτρον συνιστάμενον εις την νομιμοποίησιν αυθαιρέτων κτισμάτων, προς αντιμετώπισιν δημιουργηθείσης εις το παρελθόν πραγματικής καταστάσεως εκ της παρανόμου δομήσεως, η αντιμετώπισις της οποίας δια της κατεδαφίσεως των αυθαιρέτων κτισμάτων ή η εξακολούθησις της ως προς αυτά εκκρεμότητος έκρινεν ο νομοθέτης ότι δεν ήτο σκόπιμος, εν όψει των προβλημάτων, τα οποία η κατεδάφισις ή η εξακολούθησις της εκκρεμότητος θα συνηπήγετο.

Δ ι α τ α ύ τ α

Επιλύει το παραπεμφθέν προς επίλυσιν ζήτημα κατά το σκεπτικόν.

Αναπέμπει την υπόθεσιν προς περαιτέρω κρίσιν εις το Δ' Τμήμα.

Πρόεδρος: Ν. ΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Εισηγητές: Β. ΡΩΤΗΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
 
Δημοσίευση: Δελτίο Δομικής Νομοθεσίας και Νομολογίας
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
Ετος: 1980
Τόμος: 12
Σελ.: 280
ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ  
Α/Α  Νόμος Αριθμός Έτος Αρθρο Παράγραφος
«  ΝΟΜΟΣ  » 720 1977 1 1
«  ΝΟΜΟΣ  » 720 1977 2 9
ΝΟΜΟΣ 8 1973 119 2
«  ΣΥΝΤΑΓΜΑ  »     24 2
ΝΟΜΟΣ 8 1973 118 3