ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο:

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ

Τόπος:

ΑΘΗΝΑ

Αριθ. Απόφασης:

2087

Ετος:

2004

 

Περίληψη

Τράπεζες - Υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους -. Η θέση της Τράπεζας είναι πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της, γεγονός που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας και πρόνοιας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να έχει ως συνέπεια την επέκταση της ευθύνης της Τράπεζας για πταίσματα τρίτων. Αυτό μπορεί να συμβεί ιδίως σε περίπτωση που η Τράπεζα αναθέτει σε άλλη Τράπεζα (διαμεσολαβούσα ή ανταποκρίτρια) την εκτέλεση της ανατεθείσας από τον πελάτη της εντολής. Από τη γενική υποχρέωση προστασίας και από τη συναλλακτική σχέση μεταξύ Τράπεζας και πελάτη απορρέει μεταξύ άλλων και η ειδικότερη υποχρέωση ενημέρωσης και παροχής συμβουλών.

 

Κείμενο Απόφασης
(Απόσπασμα)... Από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ τράπεζας και πελάτη προκύπτουν τόσο γενικής φύσεως υποχρεώσεις όσο και ειδικής, οι οποίες έχουν τη βάση τους στη συγκεκριμένη σχέση. Τούτο συμβαίνει για τους εξής κυρίως λόγους: α) Η Τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσεώς της αυτής, μπορεί να προκύψει υποχρέωσή της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παράσχει συμβουλές. β) Από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές, ακόμα και η οικονομική υπόσταση του πελάτη της. γ) Οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό και άρα ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, δεδομένου ότι η τράπεζα γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του πελάτη της. δ) Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία. Η θέση αυτή των τραπεζών τους επιβάλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας με τους πελάτες τους και ε) Η Τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από ό,τι ο πελάτης της. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η θέση της τράπεζας είναι πολύ πλεονεκτικότερη από αυτή των πελατών της, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της. Στα ως άνω πλαίσια η τράπεζα υπέχει αυξημένη υποχρέωση προστασίας και πρόνοιας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Και τούτο, διότι μεταξύ τράπεζας και πελάτη δημιουργείται μία εξειδικευμένη σχέση εμπιστοσύνης αλλά εν μέρει και εξάρτησης του πελάτη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε η τράπεζα έχει ειδικές γνώσεις των συνθηκών της αγοράς καθώς και ευρύτατο φάσμα πληροφοριών. Από τη γενική αυτή υποχρέωση απορρέει ειδικότερη υποχρέωση της Τράπεζας να μην επιδιώκει μονομερώς την πρόταξη των ατομικών της συμφερόντων καθώς και ότι η υπό ευρεία έννοια παροχή της πρέπει να τελεί σε σχέση αναλογίας με την αιτούμενη αντιπαροχή από τον πελάτη της. Η υποχρέωση πρόνοιας της τράπεζας απέναντι στους πελάτες της μπορεί να έχει ως συνέπεια την επέκταση της ευθύνης της για πταίσματα τρίτων. Τούτο μπορεί να συμβεί ιδίως σε περίπτωση που η τράπεζα αναθέτει σε άλλη τράπεζα (διαμεσολαβούσα ή ανταποκρίτρια τράπεζα) την εκτέλεση της ανατεθείσας από τον πελάτη της εντολής. Επίσης από τη γενική υποχρέωση προστασίας και από τη συναλλακτική σχέση μεταξύ τράπεζας και πελάτη απορρέει μεταξύ άλλων και η ειδικότερη υποχρέωση ενημέρωσης και παροχής συμβουλών. Και αν και δεν υφίσταται γενική υποχρέωση της τράπεζας για ενημέρωση, εντούτοις από τη σχέση εμπιστοσύνης που συνδέει την τράπεζα με τον πελάτη της και το προβάδισμα της πρώτης στον τομέα της πληροφόρησης, μπορεί σε συγκεκριμένη περίπτωση να προκύψει υποχρέωση της τράπεζας για ενημέρωση, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες, όπως το είδος της σκοπούμενης συναλλαγής και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη. Έτσι η τράπεζα υπέχει υποχρέωση ενημέρωσης όταν είναι πρόδηλο ότι ο συγκεκριμένος πελάτης δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από τη σκοπούμενη συναλλαγή ή όταν η τράπεζα γνωρίζει ορισμένα γεγονότα, που αν τα γνώριζε ο πελάτης της, πιθανότατα δεν θα προέβαινε στη σύναψή της. Αντίστοιχα ισχύουν σχετικά με την υποχρέωση της τράπεζας για παροχή συμβουλών σε περίπτωση που το ζητήσει ο πελάτης και η τράπεζα το αποδεχθεί (βλ. Ν. Ρόκας, Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, έκδοση 2002, σ. 35 επ.). (...). Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, από την υπ' αριθ. **/2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.Β.** την οποία προσκομίζει η εναγομένη και η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κατ' άρθρο 270 §2 ΚΠολΔ κλήτευση του ενάγοντος, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που αμφότεροι οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Την 24.11.1998 ο ενάγων επισκέφθηκε το υποκατάστημα Ναυπάκτου της τότε Α.Τ.Π.** και ήδη Α.Β.** και μετά από προφορική ανάπτυξη της συναλλαγής που επιθυμούσε και συγκεκριμένα την επένδυση σε χρηματοοικονομικά παράγωγα σε οίκο του εξωτερικού και συγκεκριμένα στην εταιρεία Μ.C.C.** του επενδυτικού οίκου Ο.Μ.F.** κατέληξε στην αποστολή χρηματικού εμβάσματος στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Νέα Υόρκη των ΗΠΑ ποσού 100.000 δολαρίων ΗΠΑ. Η εντολή του ενάγοντος προς την εναγομένη για τη διενέργεια της συναλλαγής αυτής απετυπώθη γραπτά στην αίτηση - έντυπο της εναγομένης τράπεζας με την πολύ συνοπτική λεκτική αναφορά «Μεταφορά στο εξωτερικό για επένδυση σε χρηματοοικονομικά παράγωγα». Ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης τράπεζας, εξετασθείς ενόρκως στο ακροατήριο για λογαριασμό της εναγομένης, σε εκτέλεση της παραπάνω εντολής απέστειλε στην ανταποκρίτρια τράπεζα στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στην C.M.B.Y.** το σχετικό έμβασμα με τηλετυπικό μήνυμα (SWIFT) αυθημερόν. Για τη διασφάλιση δε του καλού τέλους της συναλλαγής, ανέγραψε στο μήνυμα σαν «details of payment», δηλαδή σαν λεπτομέρειες πληρωμής, για την καταβολή του ποσού στον τελικό δικαιούχο, το επίσης συνοπτικότατο «H.Y.I.P.A. Letter of Credit to be Sent» χωρίς άλλους όρους ή δεσμεύσεις, και αυτό αν και ζητήθηκε από τον ενάγοντα και έγινε αντικείμενο ειδικής διαπραγμάτευσης και συμφωνίας με την εναγομένη τράπεζα ότι ο ενάγων επιθυμεί για να είναι εξασφαλισμένος, πριν από την εκταμίευση του ποσού του εντάλματος στον τελικό δικαιούχο, αυτός να καταθέσει εγγυητική επιστολή ίσου χρηματικού ποσού. Δηλαδή τέθηκε ως ουσιώδης και απαράβατος όρος στην ως άνω εντολή, ότι για την εκταμίευση του ποσού του εμβάσματος στον τελικό δικαιούχο αυτός προηγουμένως θα κατέθετε ισόποση εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης. Αντιθέτως με τον ως άνω συμφωνηθέντα όρο, η εναγομένη τράπεζα στο μήνυμά της προς την ως άνω ανταποκρίτρια τράπεζα αντί όρου, ανέγραψε στη θέση των λεπτομερειών πληρωμής, την ένδειξη, Πρόγραμμα Επένδυσης Υψηλής Απόδοσης, μία ενέγγυα πίστωση να αποσταλεί. Η παράθεση αυτής λεπτομέρειας είναι στα πλαίσια της τραπεζικής τεχνικής / πρακτικής από ανεπαρκής έως παντελώς άχρηστη όσον αφορούσε τη διασφάλιση της συγκεκριμένης συναλλαγής α) διότι δεν αποτελεί όρο την πληρωμή αλλά «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ», άρα σε τίποτε δεν δέσμευε την ανταποκρίτρια τράπεζα για την πληρωμή του ως άνω ποσού, ενώ ταυτόχρονα δεν δέσμευε με κανένα τρόπο ούτε και τον δικαιούχο του εμβάσματος, με τον τρόπο δε που τέθηκε δεν δημιουργούσε κάποια υποχρέωση στην ανταποκρίτρια τράπεζα ή στον δικαιούχο απλώς οδηγούσε τον τελευταίο για το σκοπό του εμβάσματος και β) ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί σαν όρος για πληρωμή, είναι και πάλι ανίσχυρος αφού δεν αναφέρει λεπτομέρειες, όπως το είδος (κείμενο) της εγγυήσεως που θα περιέχετο στην ενέγγυο αυτή πίστωση, η προθεσμία ισχύος της κ.λ.π. όροι. Εκμεταλλευόμενος συνεπώς ο ως άνω οίκος του εξωτερικού την αοριστία της υπέρ αυτού εντολής πληρωμής, εισέπραξε το ποσό του εμβάσματος, χωρίς προηγουμένως να καταθέσει εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης με αποτέλεσμα ο ενάγων να απολέσει τα χρήματά του. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν ήταν δυνατό να εξαρτηθεί η αποστολή των χρημάτων από την προηγούμενη λήψη της εγγυητικής επιστολής και ότι ο ενάγων το είχε αποδεχθεί. Όσον αφορά την αποδοχή, αποδεικνύεται ότι ουδέποτε ο ενάγων αποδέχθηκε κάτι τέτοιο, αντιθέτως επέμενε να τεθεί ο ανωτέρω όρος, ο οποίος τελικά μετά από επιμονή του ανεγράφη με τον ανωτέρω ανεπαρκή τρόπο ως λεπτομέρεια και όχι ως όρος πλην όμως στα πλαίσια της σχέσεως εμπιστοσύνης που είχε με την τράπεζα, πίστευε ότι εκπληρώθηκε με αυτόν τον τρόπο η βούλησή του για την προηγούμενη λήψη της εγγυητικής επιστολής και για το λόγο αυτό προχώρησε στην εντολή αποστολής του εμβάσματος, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να αναγραφεί η ως άνω ένδειξη έστω και ως λεπτομέρεια πληρωμής, ενώ θα ήταν και εντελώς έξω από κάθε συναλλακτική πρακτική ο ενάγων για ένα τόσο μεγάλο ποσό, το οποίο αποστέλλεται στο εξωτερικό να μην αναζητήσει όπως και έπραξε εν προκειμένω κάποια εγγύηση εξασφάλισης των χρημάτων του. Σε σχέση δε με τον έτερο ισχυρισμό ότι δεν εδύνατο να εξαρτηθεί η αποστολή χρημάτων από την προηγούμενη λήψη της εγγυητικής επιστολής, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, αφού η διασφάλιση του καλού τέλους αυτής ήταν απόλυτα εφικτή από τεχνικής πλευράς με δύο τρόπους: 1) Με την παρεμβολή σχετικού όρου στο κείμενο της προς το εξωτερικό εντολής πληρωμής, που θα απαιτούσε την κατάθεση στα γραφεία της πληρώτριας Τράπεζας στην Νέα Υόρκη της αιτουμένης εγγυήσεως, ταυτόχρονα με την καταβολή του ποσού της εντολής (Conditional Payment Order) και την υποχρέωση της πληρώτριας να τη διαβιβάσει στην εντολέα της εναγομένης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το κατατεθέν από τον μάρτυρα της εναγομένης ότι δεν ήταν δυνατή η προσθήκη του όρου αυτού επειδή στο σχετικό έντυπο της τράπεζας δεν προεβλέπετο επαρκής χώρος για την αναγραφή του όρου κρίνεται παντελώς αβάσιμος και έξω από κάθε συναλλακτική λογική και οικεία τραπεζική πρακτική και 2) Με την έκδοση από την εναγομένη ενεγγύου πιστώσεως (Letter of Credit) που θα είχε ως μοναδικό όρο για την πληρωμή την κατάθεση της εν λόγω εγγυήσεως και την αποστολή της στην εναγομένη. Με οποιονδήποτε από τους παραπάνω τρόπους το ποσόν της εντολής θα παρέμενε άθικτο στα γραφεία της Αμερικάνικης Τράπεζας μέχρις ότου ο δικαιούχος να προσκομίσει την αιτούμενη εγγύηση και μάλιστα, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που θα όριζε ο ενάγων, θα ήταν ελεύθερα επανεισπράξιμο από την εναγομένη και στη συνέχεια αποδοτέο στον εντολέα της ενάγοντα. Αντιθέτως, με την παράλειψη της εναγομένης να πράξει αυτό, αποτέλεσμα ήταν ο ανωτέρω επενδυτικός οίκος να υπεξαιρέσει το ποσό του εμβάσματος με αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος, ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων λόγω της αμελούς συμπεριφοράς της εναγομένης. Επίσης ο ίδιος ο μάρτυρας της εναγομένης που διενήργησε τη συναλλαγή, ισχυρίσθηκε ότι η αποστολή χρημάτων με τήρηση κάποιου όρου, που ενδέχεται να είναι και εγγύηση είναι δυνατό να γίνει με άλλες διαδικασίες αλλά όχι με απλή εντολή πληρωμής, χωρίς όμως να εξηγήσει με σαφήνεια και πειστικότητα, γιατί η εναγομένη δεν πρότεινε στον ενάγοντα αυτές τις άλλες διαδικασίες που θα διασφάλιζαν τη συναλλαγή, αφού και αυτό θα μπορούσε να γίνει άμεσα αυθημερόν με το ανάλογο κλειδαριθμημένο τηλετυπικό μήνυμα (SWIFT). Συνεπώς η προσφυγή από την εναγομένη στην απλή χωρίς όρο εντολή πληρωμής κάθε άλλο παρά αναγκαία ήταν, ακόμα και αν ο ενάγων πίεσε ως διατείνεται η εναγομένη για άμεση αποστολή του εμβάσματος. Με την ως άνω παράλειψη της εναγομένης, η τελευταία παραβίασε εκτός από την εντολή που της δόθηκε και τις, τόσο γενικής φύσεως υποχρεώσεις όσο και ειδικής, οι οποίες έχουν τη βάση τους στη συγκεκριμένη σχέση και προκύπτουν από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ εναγομένης τράπεζας και πελάτη της ενάγοντα αφού η εναγομένη τράπεζα είναι επαγγελματίας και γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσεώς της αυτής, είχε υποχρέωση να καταστήσει τον πελάτη της ενάγοντα κοινωνό των ανωτέρω πληροφοριών και να του παράσχει συμβουλές για το πώς θα γίνει η μεταφορά των χρημάτων του με ασφάλεια και με τον τρόπο που αυτός ήθελε, γεγονός που η εναγομένη παρέλειψε να πράξει με αποτέλεσμα, από την ως άνω αμελή συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης ο ενάγων να υποστεί την προαναφερόμενη ζημία, και με δεδομένο ότι η εναγομένη δεν είναι ως προαναφέρθηκε απλή εμπορική επιχείρηση αλλά επιτελεί σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας διότι χρηματοδοτεί το εμπόριο και τη βιομηχανία. Η θέση αυτή της εναγομένης της επέβαλε την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας με τον ενάγοντα η οποία εν προκειμένω δεν έλαβε χώρα ενώ η εναγομένη Τράπεζα είχε υποχρέωση στη συγκεκριμένη περίπτωση αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων του ενάγοντα ο οποίος της ζήτησε την ως άνω συγκεκριμένη ασφάλιση. Στα ως άνω πλαίσια η εναγομένη τράπεζα υπείχε αυξημένη υποχρέωση προστασίας και πρόνοιας των συμφερόντων του ενάγοντα την οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση η εναγομένη δεν τήρησε, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε η τράπεζα είχε ειδικές γνώσεις των συνθηκών της τραπεζικής αγοράς καθώς και ευρύτατο φάσμα πληροφοριών τις οποίες δεν έθεσε, ως υποχρεούτο, σε γνώση του ενάγοντα, ούτε τις χρησιμοποίησε για την ασφαλή εκτέλεση της εντολής του ενάγοντα και στα πλαίσια της συμφωνίας της με τον ενάγοντα για τον προαναφερόμενο όρο. Επίσης από τη γενική υποχρέωση προστασίας και από τη συναλλακτική σχέση μεταξύ εναγομένης και ενάγοντα απορρέει μεταξύ άλλων και η ειδικότερη υποχρέωση ενημέρωσης και παροχής συμβουλών στον ενάγοντα ανάλογα με τις προαναφερόμενες συγκεκριμένες συνθήκες, όπως το είδος της σκοπούμενης συναλλαγής και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη που ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η παντελής άγνοιά του ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της συναλλαγής με ασφάλεια και σύμφωνα με τη βούλησή του για την αναγραφή του ως άνω όρου ως condition sine qua non. Εδώ η εναγομένη τράπεζα παραβίασε την υποχρέωση ενημέρωσης του εναγομένου αφού ήταν πρόδηλο ότι ο συγκεκριμένος πελάτης δεν αντιλαμβανόταν τους κινδύνους από τη σκοπούμενη συναλλαγή με τον τρόπο που αυτή έγινε ενώ η τράπεζα γνώριζε ότι με τον τρόπο που διεξήγαγε την εντολή του ενάγοντα δεν εξασφαλιζόταν αυτός, γεγονός που αν το γνώριζε ο ενάγων, δεν θα έδινε στην εναγομένη την εντολή αποστολής του εμβάσματος. Συνεπώς η εναγομένη δεν επέδειξε στη συγκεκριμένη περίπτωση την επιμέλεια που απαιτείται στις τραπεζικές συναλλαγές, αλλά επέδειξε αμελή συμπεριφορά με αποτέλεσμα να υποστεί ο ενάγων την προαναφερόμενη ζημία και συνεπώς ευθύνεται για το ως άνω πταίσμα της αποκλειστικά η ίδια, απορριπτόμενης μετά ταύτα της ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας και του ενάγοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμης. Αντιθέτως πρέπει να απορριφθεί το αίτημα τοκοδοσίας του ενάγοντος από 25.02.1999 δηλαδή από την πάροδο της προθεσμίας των τριών μηνών από τη μη εκτέλεση της εντολής που ο ενάγων εκθέτει ότι συμφωνήθηκε στους ειδικούς όρους της αίτησης μεταφοράς συναλλάγματος ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού στους όρους αυτούς συνομολογήθηκε δικαίωμα και όχι υποχρέωση της εναγομένης να προβεί στην πίστωση του ως άνω ποσού σε λογαριασμό του ενάγοντα. Πρέπει, κατά συνέπεια, η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία κατά την κύρια εκ της συμβάσεως βάση της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ισόποσο 100.000 δολαρίων ΗΠΑ σε Ευρώ σύμφωνα με την επίσημη ισοτιμία Ευρώ - Δολαρίου ΗΠΑ κατά το χρόνο της καταβολής, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι ούτε ότι η επιβράδυνση της προσωρινής εκτέλεσης είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, γι' αυτό το περί τούτου αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντα μετά από αίτημά του (191 §2 ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της (176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσης.

 

Πρόεδρος:

Β. ΜΠΑΖΑΚΗ - ΔΡΑΚΟΥΛΗ

Εισηγητές:

Α. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Λήμματα:

Τράπεζες ,Υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
 

Δημοσίευση:

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ

Ετος:

2005

Τόμος:

53

Σελ.:

1463